Agreement on a Unified Patent Court, of February 19, 2013

Συμφωνία για την ίδρυση Ενιαίου Δικαστηρίου Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας

20.6.2013   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 175/1


ΣΥΜΦΩΝΊΑ

για την ίδρυση Ενιαίου Δικαστηρίου Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας

2013/C 175/01

ΤΑ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΑ ΚΡΑΤΗ ΜΕΛΗ,

ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι η συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας συμβάλλει σημαντικά στη διαδικασία ολοκλήρωσης της Ευρώπης, ιδίως δε στη δημιουργία εσωτερικής αγοράς εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης που χαρακτηρίζεται από την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και υπηρεσιών και στη θέσπιση συστήματος που εγγυάται τη μη στρέβλωση του ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά,

ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι ο κατακερματισμός της αγοράς διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και οι σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ των εθνικών δικαστικών συστημάτων βλάπτουν την καινοτομία, ιδίως για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις που δυσκολεύονται να επιτύχουν την επιβολή των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας τους και να προστατευθούν από αβάσιμες αξιώσεις και από αξιώσεις όσον αφορά διπλώματα ευρεσιτεχνίας που θα πρέπει να ανακληθούν,

ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι η Σύμβαση για το Ευρωπαϊκό Δίπλωμα Ευρεσιτεχνίας («ΣΕΔΕ») η οποία έχει επικυρωθεί από όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης προβλέπει ενιαία διαδικασία χορήγησης ευρωπαϊκών διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας από το Ευρωπαϊκό Γραφείο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας,

ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι, δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1257/2012 (1), οι κάτοχοι διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας μπορούν να ζητούν ενιαία ισχύ των ευρωπαϊκών διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας τους ούτως ώστε να υπάγονται στο ενιαίο καθεστώς προστασίας στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης που συμμετέχουν στην ενισχυμένη συνεργασία,

ΕΠΙΘΥΜΩΝΤΑΣ να βελτιώσουν την επιβολή των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και την υπεράσπιση τους κατά αβάσιμων αξιώσεων και των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας που θα πρέπει να ανακληθούν καθώς και να ενισχύσουν τη νομική ασφάλεια με τη δημιουργία Ενιαίου Δικαστηρίου Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας για την επίλυση διαφορών σχετικά με την προσβολή και το κύρος διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας,

ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι το Ενιαίο Δικαστήριο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας θα πρέπει να σχεδιαστεί με στόχο την ταχεία έκδοση αποφάσεων υψηλής ποιότητας, στις οποίες θα εξισορροπούνται τα συμφέροντα των δικαιούχων και άλλων μερών και θα λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη της αναλογικότητας και ευελιξίας,

ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι το Ενιαίο Δικαστήριο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας θα πρέπει να είναι δικαστήριο κοινό στα Συμβαλλόμενα Κράτη Μέλη και επομένως μέρος του δικαστικού τους συστήματος, με αποκλειστική αρμοδιότητα για τα ευρωπαϊκά διπλώματα ευρεσιτεχνίας ενιαίας ισχύος και για τα ευρωπαϊκά διπλώματα ευρεσιτεχνίας που χορηγούνται σύμφωνα με τις διατάξεις της ΣΕΔΕ,

ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι αποστολή του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι να εξασφαλίσει την ομοιομορφία της έννομης τάξης της Ένωσης και την υπεροχή του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

ΥΠΕΝΘΥΜΙΖΟΝΤΑΣ τις υποχρεώσεις των Συμβαλλόμενων Κρατών Μελών δυνάμει της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) και της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), συμπεριλαμβανομένης της κατά το άρθρο 4 παράγραφος 3 της ΣΕΕ υποχρέωσης καλόπιστης συνεργασίας, και της υποχρέωσης να εξασφαλίζουν μέσω του Ενιαίου Δικαστηρίου Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας την πλήρη εφαρμογή και τον σεβασμό του δικαίου της Ένωσης στα αντίστοιχα εδάφη τους και τη δικαστική προστασία των δικαιωμάτων του ατόμου δυνάμει του δικαίου αυτού,

ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι, όπως κάθε εθνικό δικαστήριο, το Ενιαίο Δικαστήριο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας πρέπει να σέβεται και να εφαρμόζει το δίκαιο της Ένωσης και, σε συνεργασία με το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως θεματοφύλακα του δικαίου της Ένωσης, να εξασφαλίζει την ορθή εφαρμογή και την ενιαία ερμηνεία του· το Ενιαίο Δικαστήριο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας πρέπει ιδίως να συνεργάζεται με το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ορθή ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης βασιζόμενο στη νομολογία του τελευταίου και ζητώντας την έκδοση προδικαστικών αποφάσεων σύμφωνα με το άρθρο 267 ΣΛΕΕ,

ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι τα Συμβαλλόμενα Κράτη Μέλη θα πρέπει, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης περί εξωσυμβατικής ευθύνης, να είναι υπεύθυνα για τις ζημίες που προκαλούνται λόγω παραβιάσεων του δικαίου της Ένωσης από το Ενιαίο Δικαστήριο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας, συμπεριλαμβανομένης της παράλειψης αίτησης προδικαστικών αποφάσεων από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι οι παραβιάσεις του δικαίου της Ένωσης από το Ενιαίο Δικαστήριο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας, συμπεριλαμβανομένης της παράλειψης αίτησης προδικαστικών αποφάσεων από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποδίδονται απευθείας στα Συμβαλλόμενα Κράτη Μέλη και ότι μπορούν επομένως να ασκούνται προσφυγές περί παραβίασης δυνάμει των άρθρων 258, 259 και 260 της ΣΛΕΕ κατά οποιουδήποτε κράτους μέλους για να εξασφαλίζεται ο σεβασμός της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης και η ορθή εφαρμογή του.

ΥΠΕΝΘΥΜΙΖΟΝΤΑΣ την υπεροχή του δικαίου της Ένωσης, το οποίο περιλαμβάνει τη ΣΕΕ, τη ΣΛΕΕ, το Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης όπως αναπτύχθηκαν από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το δικαίωμα αποτελεσματικής άσκησης ένδικου μέσου ενώπιον δικαστηρίου και το δικαίωμα δίκαιης και δημόσιας ακρόασης εντός εύλογου διαστήματος από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το παράγωγο δίκαιο της Ένωσης,

ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι η παρούσα Συμφωνία θα πρέπει να είναι ανοικτή προς προσχώρηση από οποιοδήποτε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης· Τα κράτη μέλη τα οποία έχουν αποφασίσει να μη συμμετέχουν στην ενισχυμένη συνεργασία στον τομέα της δημιουργίας ενιαίου καθεστώτος προστασίας των ευρεσιτεχνιών μπορούν να συμμετέχουν στην παρούσα Συμφωνία όσον αφορά τα ευρωπαϊκά διπλώματα ευρεσιτεχνίας τα οποία χορηγούνται για τα αντίστοιχα εδάφη τους,

ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι η παρούσα Συμφωνία θα πρέπει να τεθεί σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2014 ή την πρώτη ημέρα του τέταρτου μήνα μετά την κατάθεση του 13ου κυρωτικού εγγράφου, εφόσον στα Συμβαλλόμενα Κράτη Μέλη τα οποία έχουν καταθέσει έγγραφα επικύρωσης ή προσχώρησης περιλαμβάνονται τα τρία κράτη τα οποία είχαν τον μεγαλύτερο αριθμό ευρωπαϊκών διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας εν ισχύι κατά το έτος πριν από το έτος υπογραφής της Συμφωνίας, ή την πρώτη ημέρα του τέταρτου μήνα μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος των τροποποιήσεων του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1215/2012 (2) σε ό,τι αφορά τη σχέση του με την παρούσα Συμφωνία, ανάλογα ποια ημερομηνία είναι μεταγενέστερη,

ΑΠΟΦΑΣΙΣΑΝ ΤΑ ΑΚΟΛΟΥΘΑ:

ΜΕΡΟΣ I

ΓΕΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΘΕΣΜΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι

Γενικές διατάξεις

Άρθρο 1

Ενιαίο Δικαστήριο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας

Ιδρύεται Ενιαίο Δικαστήριο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας για την επίλυση διαφορών που αφορούν τα ευρωπαϊκά διπλώματα ευρεσιτεχνίας και τα ευρωπαϊκά διπλώματα ευρεσιτεχνίας με ενιαία ισχύ.

Το Ενιαίο Δικαστήριο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας είναι δικαστήριο κοινό στα Συμβαλλόμενα Κράτη Μέλη και ως εκ τούτου υπέχει τις αυτές υποχρεώσεις δυνάμει του δικαίου της Ένωσης με οιοδήποτε εθνικό δικαστήριο των Συμβαλλόμενων Κρατών Μελών.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς της παρούσας Συμφωνίας:

(α)

ως «Δικαστήριο» νοείται το Ενιαίο Δικαστήριο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας,

(β)

ως «κράτος μέλος» νοείται κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

(γ)

ως «Συμβαλλόμενο Κράτος Μέλος» νοείται οποιοδήποτε κράτος μέλος που συμμετέχει στην παρούσα Συμφωνία,

(δ)

ως «ΣΕΔΕ» νοείται η Σύμβαση για τη χορήγηση Ευρωπαϊκών Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας της 5ης Οκτωβρίου 1973, περιλαμβανομένων τυχόν μεταγενέστερων τροποποιήσεων,

(ε)

ως «ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας» νοείται δίπλωμα ευρεσιτεχνίας χορηγούμενο σύμφωνα με τις διατάξεις της ΣΕΔΕ, το οποίο δεν διαθέτει ενιαία ισχύ δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1257/2012,

(στ)

ως «ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας με ενιαία ισχύ» νοείται δίπλωμα ευρεσιτεχνίας χορηγούμενο σύμφωνα με τις διατάξεις της ΣΕΔΕ, το οποίο διαθέτει ενιαία ισχύ δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1257/2012,

(ζ)

ως «δίπλωμα ευρεσιτεχνίας» νοείται ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας ή/και ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας με ενιαία ισχύ,

(η)

ως «συμπληρωματικό πιστοποιητικό προστασίας» νοείται συμπληρωματικό πιστοποιητικό προστασίας χορηγούμενο δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 469/2009 (3) ή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1610/96 (4),

(θ)

ως «Οργανισμός» νοείται ο Οργανισμός του Δικαστηρίου όπως παρατίθεται στο Παράρτημα Ι, ο οποίος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της παρούσας Συμφωνίας,

(ι)

ως «Κανονισμοί διαδικασίας» νοείται οι κανονισμοί διαδικασίας του Δικαστηρίου, όπως καταρτίζονται σύμφωνα με το άρθρο 41.

Άρθρο 3

Πεδίο εφαρμογής

Η παρούσα Συμφωνία εφαρμόζεται στα εξής:

α)

ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας με ενιαία ισχύ,

β)

συμπληρωματικό πιστοποιητικό προστασίας που εκδίδεται για προϊόν το οποίο προστατεύεται με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας,

γ)

ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας το οποίο εξακολουθεί να ισχύει κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας Συμφωνίας ή το οποίο χορηγήθηκε μετά τη συγκεκριμένη ημερομηνία, με την επιφύλαξη του άρθρου 83, και

δ)

αίτηση ευρωπαϊκού διπλώματος ευρεσιτεχνίας η οποία εκκρεμεί κατά την έναρξη ισχύος της παρούσας Συμφωνίας ή η οποία κατατέθηκε μετά τη συγκεκριμένη ημερομηνία, με την επιφύλαξη του άρθρου 83,

Άρθρο 4

Νομικό καθεστώς

1.   Το Δικαστήριο έχει νομική προσωπικότητα σε κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος Μέλος και απολαύει της ευρύτερης δυνατής ικανότητας δικαίου που αναγνωρίζεται στα νομικά πρόσωπα κατά το εθνικό δίκαιο του εν λόγω κράτους.

2.   Το Δικαστήριο εκπροσωπείται από τον πρόεδρο του Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου ο οποίος εκλέγεται σύμφωνα με τον Οργανισμό.

Άρθρο 5

Ευθύνη

1.   Η συμβατική ευθύνη του Δικαστηρίου διέπεται από το δίκαιο που ισχύει για την εν λόγω σύμβαση σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 593/2008 (5) (Ρώμη Ι), κατά περίπτωση, ή, σε αντίθετη περίπτωση, σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους του δικαστηρίου που επιλαμβάνεται της υπόθεσης.

2.   Η εξωσυμβατική ευθύνη του Δικαστηρίου για οιαδήποτε ζημία προκαλείται από αυτό ή από τους υπαλλήλους του κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, στον βαθμό που δεν αποτελεί αστική και εμπορική υπόθεση κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 864/2007 (6) (Ρώμη ΙΙ), διέπεται από το δίκαιο του Συμβαλλόμενου Κράτους Μέλους στο οποίο προκλήθηκε η ζημία. Η παρούσα διάταξη δεν θίγει την εφαρμογή του άρθρου 22.

3.   Το αρμόδιο δικαστήριο για την επίλυση διαφορών σύμφωνα με την παράγραφο 2 είναι δικαστήριο του Συμβαλλόμενου Κράτους Μέλους στο οποίο προκλήθηκε η ζημία.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ

Θεσμικές διατάξεις

Άρθρο 6

Το Δικαστήριο

1.   Το Δικαστήριο περιλαμβάνει Πρωτοδικείο, Εφετείο και Γραμματεία.

2.   Το Δικαστήριο εκτελεί τα καθήκοντα τα οποία του ανατίθενται με την παρούσα Συμφωνία.

Άρθρο 7

Πρωτοδικείο

1.   Το Πρωτοδικείο περιλαμβάνει κεντρικό τμήμα καθώς και τοπικά και περιφερειακά τμήματα.

2.   Το κεντρικό τμήμα έχει την έδρα του στο Παρίσι, με τμήματα στο Λονδίνο και στο Μόναχο. Οι υποθέσεις ενώπιον του κεντρικού τμήματος κατανέμονται σύμφωνα με το Παράρτημα ΙΙ, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της παρούσας Συμφωνίας.

3.   Συγκροτείται τοπικό τμήμα στην επικράτεια Συμβαλλόμενου Κράτους Μέλους κατόπιν αιτήσεώς του, σύμφωνα με τον Οργανισμό. Το Συμβαλλόμενο Κράτος Μέλος το οποίο φιλοξενεί τοπικό τμήμα ορίζει την έδρα του.

4.   Συγκροτείται επιπρόσθετο τοπικό τμήμα σε Συμβαλλόμενο Κράτος Μέλος, κατόπιν αιτήσεώς του, ανά εκατό υποθέσεις διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας κατά ημερολογιακό έτος οι οποίες εισήχθησαν στο συγκεκριμένο Συμβαλλόμενο Κράτος Μέλος κατά τη διάρκεια τριών συναπτών ετών πριν ή μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας Συμφωνίας. Τα τοπικά τμήματα δεν υπερβαίνουν τα τέσσερα σε κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος Μέλος.

5.   Συγκροτείται περιφερειακό τμήμα για δύο ή περισσότερα Συμβαλλόμενα Κράτη Μέλη κατόπιν αιτήσεώς τους σύμφωνα με τον Οργανισμό. Τα συμβαλλόμενα κράτη μέλη ορίζουν την έδρα του τμήματος. Το περιφερειακό τμήμα δύναται να εκδικάζει υποθέσεις σε διάφορους τόπους.

Άρθρο 8

Συνθέσεις του Πρωτοδικείου

1.   Κάθε σύνθεση του Πρωτοδικείου έχει πολυεθνικό χαρακτήρα. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου και του άρθρου 33 παράγραφος 3 στοιχείο α), απαρτίζεται από τρεις δικαστές.

2.   Κάθε σύνθεση τοπικού τμήματος σε Συμβαλλόμενο Κράτος Μέλος, στο οποίο εισήχθησαν λιγότερες από πενήντα υποθέσεις διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας ανά ημερολογιακό έτος κατά μέσο όρο εντός διαστήματος τριών συναπτών ετών πριν ή μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας Συμφωνίας, απαρτίζεται από έναν δικαστή με νομική εξειδίκευση ο οποίος είναι υπήκοος του Συμβαλλόμενου Κράτους Μέλους το οποίο φιλοξενεί το οικείο τοπικό τμήμα και από δυο δικαστές με νομική εξειδίκευση οι οποίοι δεν είναι υπήκοοι του σχετικού Συμβαλλόμενου Κράτους Μέλους και διορίζονται από την Ομάδα Δικαστών σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 3 κατά περίπτωση.

3.   Ανεξαρτήτως των διατάξεων της παραγράφου 2, κάθε σύνθεση τοπικού τμήματος σε Συμβαλλόμενο Κράτος Μέλος, στο οποίο εισήχθησαν τουλάχιστον πενήντα υποθέσεις διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας ανά ημερολογιακό έτος κατά μέσο όρο εντός διαστήματος τριών συναπτών ετών πριν ή μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας Συμφωνίας, απαρτίζεται από δύο δικαστές με νομική εξειδίκευση οι οποίοι είναι υπήκοοι του Συμβαλλόμενου Κράτους Μέλους το οποίο φιλοξενεί το οικείο τοπικό τμήμα και από έναν δικαστή με νομική εξειδίκευση ο οποίος δεν είναι υπήκοος του σχετικού Συμβαλλόμενου Κράτους Μέλους και ο οποίος διορίζεται από την Ομάδα Δικαστών σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 3. Αυτός ο τρίτος δικαστής τοποθετείται μακροπρόθεσμα στο τοπικό τμήμα, όταν αυτό απαιτείται για την αποτελεσματική λειτουργία των τμημάτων με μεγάλο φόρτο εργασίας.

4.   Κάθε σύνθεση περιφερειακού τμήματος απαρτίζεται από δύο δικαστές με νομική εξειδίκευση, που επιλέγονται από περιφερειακό κατάλογο δικαστών, υπηκόους του οικείου Συμβαλλόμενου Κράτους Μέλους, και από έναν δικαστή με νομική εξειδίκευση ο οποίος δεν είναι υπήκοος του οικείου Συμβαλλόμενου Κράτους Μέλους και διορίζεται από την Ομάδα Δικαστών σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 3.

5.   Κατόπιν αιτήσεως ενός εκ των διαδίκων, κάθε σύνθεση τοπικού ή περιφερειακού τμήματος ζητεί από τον πρόεδρο του Πρωτοδικείου να διορίσει από την Ομάδα Δικαστών, σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 3, επιπλέον δικαστή με τεχνική εξειδίκευση ο οποίος διαθέτει κατάλληλα προσόντα και πείρα στον συγκεκριμένο τομέα τεχνολογίας. Επιπλέον, κάθε σύνθεση τοπικού ή περιφερειακού τμήματος μπορεί, κατόπιν ακροάσεως των μερών, να υποβάλει τέτοια αίτηση με δική του πρωτοβουλία, όταν το κρίνει απαραίτητο.

Στις περιπτώσεις που τοποθετείται δικαστής με τεχνική εξειδίκευση κατά τα ανωτέρω, δεν τοποθετείται άλλος δικαστής με τεχνική εξειδίκευση δυνάμει του άρθρου 33 παράγραφος 3 στοιχείο α).

6.   Κάθε σύνθεση του κεντρικού τμήματος απαρτίζεται από δύο δικαστές με νομική εξειδίκευση οι οποίοι είναι υπήκοοι διαφορετικών Συμβαλλόμενων Κρατών Μελών και από ένα δικαστή με τεχνική εξειδίκευση ο οποίος διορίζεται από την Ομάδα Δικαστών σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 3 και διαθέτει κατάλληλα προσόντα και πείρα στον οικείο τομέα τεχνολογίας. Ωστόσο, κάθε σύνθεση του κεντρικού τμήματος που εκδικάζει αγωγές κατά το άρθρο 32 παράγραφος 1 στοιχείο θ) απαρτίζεται από τρεις δικαστές με νομική εξειδίκευση οι οποίοι είναι υπήκοοι διαφορετικών Συμβαλλόμενων Κρατών Μελών.

7.   Παρά τα προβλεπόμενα στις παραγράφους 1 έως 6 και σύμφωνα με τους Κανονισμούς Διαδικασίας, οι διάδικοι μπορούν να συμφωνήσουν να εκδικασθεί η υπόθεσή τους από έναν μόνο δικαστή με νομική εξειδίκευση.

8.   Κάθε σύνθεση του Πρωτοδικείου προεδρεύεται από δικαστή με νομική εξειδίκευση.

Άρθρο 9

Εφετείο

1.   Κάθε σύνθεση του Εφετείου έχει πολυεθνικό χαρακτήρα και απαρτίζεται από πέντε δικαστές. Απαρτίζεται από τρεις δικαστές με νομική εξειδίκευση οι οποίοι είναι υπήκοοι διαφορετικών Συμβαλλόμενων Κρατών Μελών και από δυο δικαστές με τεχνική εξειδίκευση οι οποίοι διαθέτουν κατάλληλα προσόντα και πείρα στον οικείο τομέα τεχνολογίας. Ο Πρόεδρος του Εφετείου καθορίζει ποιοι δικαστές με τεχνική εξειδίκευση θα λάβουν μέρος στη σύνθεση επιλέγοντας από την Ομάδα Δικαστών σύμφωνα με το άρθρο 18.

2.   Παρά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 1, μια σύνθεση που εκδικάζει αγωγές κατά το άρθρο 32 παράγραφος 1 στοιχείο θ) απαρτίζεται από τρεις δικαστές με νομική εξειδίκευση οι οποίοι είναι υπήκοοι διαφορετικών Συμβαλλόμενων Κρατών Μελών.

3.   Κάθε σύνθεση του Εφετείου προεδρεύεται από δικαστή με νομική εξειδίκευση.

4.   Οι συνθέσεις του Εφετείου συγκροτούνται σύμφωνα με τον Οργανισμό.

5.   Η έδρα του Εφετείου βρίσκεται στο Λουξεμβούργο.

Άρθρο 10

Γραμματεία

1.   Συγκροτείται Γραμματεία στην έδρα του Εφετείου. Διοικείται από τον Γραμματέα και εκτελεί τα καθήκοντα που της ανατίθενται δυνάμει του Οργανισμού. Υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στην παρούσα Συμφωνία και τους Κανονισμούς Διαδικασίας, το Αρχείο που τηρεί η Γραμματεία έχει δημόσιο χαρακτήρα.

2.   Συγκροτούνται υπογραμματείες σε όλα τα τμήματα του Πρωτοδικείου.

3.   Η Γραμματεία τηρεί Αρχείο όλων των υποθέσεων που εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατά την κατάθεση του δικογράφου, η αρμόδια υπογραμματεία κοινοποιεί κάθε υπόθεση στη Γραμματεία.

4.   Το Δικαστήριο διορίζει τον γραμματέα σύμφωνα με το άρθρο 22 του Οργανισμού και ορίζει τους κανόνες που διέπουν τα καθήκοντά του.

Άρθρο 11

Επιτροπές

Συγκροτούνται μια Διοικητική Επιτροπή, μια Επιτροπή Προϋπολογισμού και μια Συμβουλευτική Επιτροπή ώστε να εξασφαλισθούν η αποτελεσματική εφαρμογή και λειτουργία της παρούσας Συμφωνίας. Ασκούν ιδίως τα καθήκοντα που προβλέπονται στην παρούσα Συμφωνία και τον Οργανισμό.

Άρθρο 12

Η Διοικητική Επιτροπή

1.   Η Διοικητική Επιτροπή απαρτίζεται από έναν αντιπρόσωπο κάθε Συμβαλλόμενου Κράτους Μέλους. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκπροσωπείται στις συνεδριάσεις της Διοικητικής Επιτροπής με την ιδιότητα του παρατηρητή.

2.   Κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος Μέλος διαθέτει μία ψήφο.

3.   Η Διοικητική Επιτροπή λαμβάνει τις αποφάσεις της με πλειοψηφία τριών τετάρτων των Συμβαλλόμενων Κρατών Μελών που εκπροσωπούνται και ψηφίζουν, εκτός εάν προβλέπει άλλως η παρούσα Συμφωνία ή ο Οργανισμός του Δικαστηρίου.

4.   Η Διοικητική Επιτροπή θεσπίζει τον κανονισμό διαδικασίας της.

5.   Η Διοικητική Επιτροπή εκλέγει πρόεδρο μεταξύ των μελών της για περίοδο τριών ετών. Η θητεία είναι ανανεώσιμη.

Άρθρο 13

Επιτροπή Προϋπολογισμού

1.   Η Επιτροπή Προϋπολογισμού απαρτίζεται από έναν αντιπρόσωπο κάθε Συμβαλλόμενου Κράτους Μέλους.

2.   Κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος Μέλος διαθέτει μία ψήφο.

3.   Η Επιτροπή Προϋπολογισμού λαμβάνει τις αποφάσεις της με απλή πλειοψηφία των αντιπροσώπων των Συμβαλλόμενων Κρατών Μελών. Ωστόσο, για την έγκριση του προϋπολογισμού απαιτείται πλειοψηφία τριών τετάρτων των αντιπροσώπων των Συμβαλλόμενων Κρατών Μελών.

4.   Η Επιτροπή Προϋπολογισμού θεσπίζει τον κανονισμό διαδικασίας της.

5.   Η Επιτροπή Προϋπολογισμού εκλέγει πρόεδρο μεταξύ των μελών της για περίοδο τριών ετών. Η θητεία είναι ανανεώσιμη.

Άρθρο 14

Συμβουλευτική Επιτροπή

1.   Η Συμβουλευτική Επιτροπή:

α)

επικουρεί τη Διοικητική Επιτροπή κατά την προετοιμασία του διορισμού των δικαστών του Δικαστηρίου,

β)

υποβάλλει προτάσεις στο Προεδρείο που αναφέρεται στο άρθρο 15 του Οργανισμού σχετικά με τις κατευθυντήριες γραμμές για το πλαίσιο εκπαίδευσης των δικαστών που προβλέπεται στο άρθρο 19, και

γ)

εκδίδει γνωμοδοτήσεις για τη Διοικητική Επιτροπή όσον αφορά τα απαιτούμενα προσόντα που αναφέρονται στο άρθρο 48 παράγραφος 2.

2.   Η Συμβουλευτική Επιτροπή απαρτίζεται από δικαστές του τομέα των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και επαγγελματίες ειδικευμένους στο δίκαιο των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και στις οικείες διαφορές με το μεγαλύτερο αναγνωρισμένο κύρος. Τα μέλη της Συμβουλευτικής Επιτροπής διορίζονται για εξαετή θητεία, σύμφωνα με τη διαδικασία του Οργανισμού. Η θητεία είναι ανανεώσιμη.

3.   Η σύνθεση της Συμβουλευτικής Επιτροπής εξασφαλίζει ευρύ φάσμα εμπειρογνωμοσύνης στον οικείο τομέα και την εκπροσώπηση όλων των Συμβαλλόμενων Κρατών Μελών. Τα μέλη της Συμβουλευτικής Επιτροπής είναι απολύτως ανεξάρτητα κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και δεν δεσμεύονται από οδηγίες.

4.   Η Συμβουλευτική Επιτροπή θεσπίζει τον κανονισμό διαδικασίας της.

5.   Η Συμβουλευτική Επιτροπή εκλέγει πρόεδρο μεταξύ των μελών της για περίοδο τριών ετών. Η θητεία είναι ανανεώσιμη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

Δικαστές του Δικαστηρίου

Άρθρο 15

Κριτήρια επιλογής για το διορισμό των δικαστών

1.   Το Δικαστήριο απαρτίζεται από δικαστές με νομική και τεχνική εξειδίκευση. Οι δικαστές διαθέτουν υψηλότατα επίπεδα ικανότητας και αποδεδειγμένη πείρα όσον αφορά την εκδίκαση διαφορών στον τομέα των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας.

2.   Οι δικαστές με νομική εξειδίκευση διαθέτουν τα προσόντα που απαιτούνται για την ανάθεση δικαστικών καθηκόντων σε Συμβαλλόμενο Κράτος Μέλος.

3.   Οι δικαστές με τεχνική εξειδίκευση διαθέτουν πανεπιστημιακό πτυχίο και αποδεδειγμένη πείρα σε συγκεκριμένο τομέα τεχνολογίας. Διαθέτουν επίσης αποδεδειγμένη γνώση του αστικού δικαίου και της διαδικασίας εκδίκασης διαφορών στον τομέα των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας.

Άρθρο 16

Διαδικασία διορισμού

1.   Η Συμβουλευτική Επιτροπή καταρτίζει κατάλογο των καταλληλότερων υποψηφίων για να διορισθούν ως δικαστές του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τον Οργανισμό.

2.   Η Διοικητική Επιτροπή διορίζει τους δικαστές του Δικαστηρίου βάσει του καταλόγου αυτού με κοινή συμφωνία.

3.   Οι εκτελεστικές διατάξεις για το διορισμό των δικαστών ορίζονται στον Οργανισμό.

Άρθρο 17

Δικαστική ανεξαρτησία και αμεροληψία

1.   Το Δικαστήριο, οι δικαστές και ο γραμματέας απολαύουν δικαστικής ανεξαρτησίας. Οι δικαστές δεν δεσμεύονται από υποδείξεις κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

2.   Οι δικαστές με νομική εξειδίκευση, καθώς και οι δικαστές με τεχνική εξειδίκευση, που είναι δικαστές του Δικαστηρίου υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης δεν δικαιούνται να ασκούν άλλη δραστηριότητα, αμειβόμενη ή όχι, εκτός εάν εγκριθεί εξαίρεση από τη Διοικητική Επιτροπή.

3.   Παρά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 2, η άσκηση του λειτουργήματος του δικαστή δεν αποκλείει την άσκηση άλλων δικαστικών καθηκόντων σε εθνικό επίπεδο.

4.   Η άσκηση του λειτουργήματος του δικαστή με τεχνική εξειδίκευση υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης δεν αποκλείει την άσκηση άλλων καθηκόντων, υπό την προϋπόθεση ότι δεν υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων.

5.   Σε περίπτωση σύγκρουσης συμφερόντων, ο εν λόγω δικαστής δεν λαμβάνει μέρος στη διαδικασία. Οι κανόνες που διέπουν τη σύγκρουση συμφερόντων προβλέπονται στον Οργανισμό.

Άρθρο 18

Ομάδα Δικαστών

1.   Συγκροτείται Ομάδα Δικαστών σύμφωνα με τον Οργανισμό.

2.   Η Ομάδα Δικαστών αποτελείται από όλους τους δικαστές του Πρωτοδικείου με νομική και τεχνική εξειδίκευση οι οποίοι είναι δικαστές του Δικαστηρίου υπό καθεστώς πλήρους ή μερικής απασχόλησης. Η Ομάδα Δικαστών περιλαμβάνει έναν τουλάχιστον δικαστή με τεχνική εξειδίκευση ανά τεχνολογικό τομέα ο οποίος διαθέτει τα ανάλογα προσόντα και την ανάλογη πείρα. Οι δικαστές με τεχνική εξειδίκευση από την Ομάδα Δικαστών βρίσκονται επίσης στη διάθεση του Εφετείου.

3.   Εφόσον προβλέπεται στην παρούσα Συμφωνία ή τον Οργανισμό, οι δικαστές της Ομάδας Δικαστών τοποθετούνται στο σχετικό τμήμα από τον Πρόεδρο του Πρωτοδικείου. Οι δικαστές τοποθετούνται ανάλογα με τις τεχνικές και νομικές γνώσεις, τις γλωσσικές ικανότητες και την πείρα τους στον οικείο τομέα. Η τοποθέτηση των δικαστών εξασφαλίζει την υψηλή ποιότητα εργασίας και το υψηλό επίπεδο νομικής και τεχνικής εμπειρογνωμοσύνης σε όλες τις συνθέσεις του Πρωτοδικείου.

Άρθρο 19

Πλαίσιο εκπαίδευσης

1.   Δημιουργείται πλαίσιο εκπαίδευσης των δικαστών, το οποίο ορίζεται λεπτομερώς στον Οργανισμό, προκειμένου να βελτιωθεί και να αυξηθεί η υπάρχουσα εμπειρογνωμοσύνη στην εκδίκαση διαφορών στον τομέα των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και να εξασφαλισθεί ευρεία γεωγραφική κατανομή αυτών των εξειδικευμένων γνώσεων και πείρας. Οι σχετικές υπηρεσίες θα έχουν έδρα τη Βουδαπέστη.

2.   Το πλαίσιο εκπαίδευσης εστιάζει ιδίως στα ακόλουθα θέματα:

α)

πρακτική άσκηση σε εθνικά δικαστήρια διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας ή τμήματα του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που εκδικάζουν σημαντικό αριθμό υποθέσεων στον τομέα των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας,

β)

βελτίωση των γλωσσικών ικανοτήτων,

γ)

τεχνικές πτυχές του δικαίου των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας,

δ)

διάδοση γνώσεων και πείρας στον τομέα της πολιτικής δικονομίας για τους δικαστές με τεχνική εξειδίκευση,

ε)

προετοιμασία των υποψήφιων δικαστών.

3.   Το εν λόγω πλαίσιο παρέχει συνεχή εκπαίδευση. Διοργανώνονται τακτικές συναντήσεις μεταξύ όλων των δικαστών του Δικαστηρίου προκειμένου να συζητούνται οι εξελίξεις στο δίκαιο των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και να εξασφαλίζεται η συνοχή της νομολογίας του Δικαστηρίου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

Υπεροχή του δικαίου της Ένωσης, ευθύνη για αποζημίωση και ευθύνη των Συμβαλλόμενων Κρατών Μελών

Άρθρο 20

Υπεροχή και σεβασμός του δικαίου της Ένωσης

Το Δικαστήριο εφαρμόζει το δίκαιο της Ένωσης καθ' ολοκληρία και σέβεται την υπεροχή του.

Άρθρο 21

Αιτήσεις έκδοσης προδικαστικών αποφάσεων

Ως δικαστήριο κοινό στα Συμβαλλόμενα Κράτη Μέλη και ως μέρος του δικαστικού τους συστήματος, το Δικαστήριο συνεργάζεται με το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για να εξασφαλίσει την ορθή εφαρμογή και την ομοιόμορφη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, όπως κάθε εθνικό δικαστήριο, σύμφωνα ιδίως με το άρθρο 267 της ΣΛΕΕ. Οι αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεσμεύουν το Δικαστήριο.

Άρθρο 22

Ευθύνη για τη ζημία που προκαλείται λόγω παραβιάσεων του δικαίου της Ένωσης

1.   Τα Συμβαλλόμενα Κράτη Μέλη ευθύνονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον για τη ζημία που προκαλείται λόγω παραβίασης του δικαίου της Ένωσης από το Εφετείο, σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης σχετικά με την εξωσυμβατική ευθύνη των κρατών μελών για τη ζημία που προκαλείται από τα εθνικά τους δικαστήρια όταν παραβιάζουν το δίκαιο της Ένωσης.

2.   Σε αυτές τις περιπτώσεις η αγωγή αποζημίωσης ασκείται κατά του Συμβαλλόμενου Κράτους Μέλους στο οποίο ο ενάγων έχει την κατοικία ή την κύρια εγκατάσταση του, ή, ελλείψει κατοικίας ή κύριας εγκατάστασης, τον τόπο επιχειρηματικής δραστηριότητας, ενώπιον της αρμόδιας αρχής του εν λόγω Συμβαλλόμενου Κράτους Μέλους. Όταν ο ενάγων δεν έχει την κατοικία ή κύρια εγκατάστασή του, ή, ελλείψει κατοικίας ή κύριας εγκατάστασης, τον τόπο επιχειρηματικής δραστηριότητας σε Συμβαλλόμενο Κράτος Μέλος, ο ενάγων μπορεί να ασκήσει την αγωγή αυτή κατά του Συμβαλλόμενου Κράτους Μέλους στο οποίο έχει την έδρα του το Εφετείο, ενώπιον της αρμόδιας αρχής του εν λόγω Συμβαλλόμενου Κράτους Μέλους.

Η αρμόδια αρχή εφαρμόζει το δίκαιο του δικάζοντος δικαστηρίου (lex fori), με εξαίρεση το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, σε όλα τα θέματα που δεν διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης ή από την παρούσα Συμφωνία. Ο ενάγων δικαιούται να λάβει το πλήρες ποσό της αποζημίωσης που επιδικάζεται από την αρμόδια αρχή από το Συμβαλλόμενο Κράτος Μέλος κατά του οποίου ασκήθηκε η αγωγή.

3.   Το Συμβαλλόμενο Κράτος Μέλος το οποίο κατέβαλε την αποζημίωση δικαιούται να λάβει αναλογική εισφορά, η οποία καθορίζεται σύμφωνα με τη μέθοδο που περιγράφεται στο άρθρο 37 παράγραφοι 3 και 4, από τα υπόλοιπα συμβαλλόμενα κράτη μέλη. Οι λεπτομερείς κανόνες που διέπουν την εισφορά των Συμβαλλόμενων Κρατών Μελών δυνάμει της παρούσας παραγράφου καθορίζονται από τη Διοικητική Επιτροπή.

Άρθρο 23

Ευθύνη των Συμβαλλόμενων Κρατών Μελών

Οι πράξεις του Δικαστηρίου αποδίδονται απευθείας σε κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος Μέλος χωριστά, μεταξύ άλλων για τους σκοπούς των άρθρων 258, 259 και 260 της ΣΛΕΕ, και σε όλα τα Συμβαλλόμενα Κράτη Μέλη συλλογικά.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

Πηγές δικαίου και ουσιαστικό δίκαιο

Άρθρο 24

Πηγές δικαίου

1.   Με απόλυτη τήρηση των διατάξεων του άρθρου 20, όταν το Δικαστήριο εκδικάζει υπόθεση η οποία υποβλήθηκε ενώπιόν του δυνάμει της παρούσας Συμφωνίας, βασίζει τις αποφάσεις του στις ακόλουθες πηγές:

α)

το δίκαιο της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1257/2012 και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1260/2012 (7),

β)

την παρούσα Συμφωνία,

γ)

τη ΣΕΔΕ,

δ)

άλλες διεθνείς συμφωνίες που ισχύουν για τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας και δεσμεύουν όλα τα Συμβαλλόμενα Κράτη Μέλη, και

ε)

το εθνικό δίκαιο.

2.   Στο βαθμό που το Δικαστήριο βασίζει τις αποφάσεις του στο εθνικό δίκαιο, συμπεριλαμβανομένου κατά περίπτωση του δικαίου μη συμβαλλόμενων κρατών, το εφαρμοστέο δίκαιο ορίζεται:

α)

βάσει άμεσα εφαρμοστέων διατάξεων του δικαίου της Ένωσης που περιέχουν κανόνες ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, ή

β)

ελλείψει άμεσα εφαρμοστέων διατάξεων του δικαίου της Ένωσης ή όταν οι τελευταίες δεν ισχύουν, βάσει διεθνών πράξεων που περιέχουν κανόνες ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, ή

γ)

ελλείψει διατάξεων που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β), βάσει εθνικών διατάξεων περί ιδιωτικού διεθνούς δικαίου όπως ορίζονται από το Δικαστήριο.

3.   Το δίκαιο μη συμβαλλόμενων κρατών τυγχάνει εφαρμογής όταν ορίζεται κατ' εφαρμογή των κανόνων της παραγράφου 2, ιδίως σε σχέση με τα άρθρα 25 έως 28, 54, 55, 64, 68 και 72.

Άρθρο 25

Δικαίωμα παρεμπόδισης της άμεσης εκμετάλλευσης της εφεύρεσης

Το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας παρέχει στον δικαιούχο το δικαίωμα να εμποδίζει οποιονδήποτε τρίτο ο οποίος δεν διαθέτει τη συγκατάθεση του δικαιούχου:

α)

να κατασκευάζει, να προσφέρει, να διαθέτει στο εμπόριο ή να χρησιμοποιεί ένα προϊόν το οποίο αποτελεί αντικείμενο του διπλώματος ευρεσιτεχνίας, ή να εισάγει ή να αποθηκεύει το προϊόν για τους σκοπούς αυτούς·

β)

να χρησιμοποιεί μια μέθοδο η οποία αποτελεί αντικείμενο του διπλώματος ευρεσιτεχνίας ή, εάν ο τρίτος γνωρίζει ή όφειλε να γνωρίζει ότι η χρήση της μεθόδου απαγορεύεται χωρίς τη συγκατάθεση του δικαιούχου του διπλώματος ευρεσιτεχνίας, να προσφέρει τη μέθοδο για χρήση εντός των συμμετεχόντων κρατών μελών, στα οποία το εν λόγω δίπλωμα ευρεσιτεχνίας έχει ενιαία ισχύ·

γ)

να προσφέρει, να διαθέτει στο εμπόριο, να χρησιμοποιεί ή να εισάγει ή να αποθηκεύει για τους σκοπούς αυτούς ένα προϊόν το οποίο αποκτήθηκε άμεσα μέσω μεθόδου η οποία αποτελεί αντικείμενο του διπλώματος ευρεσιτεχνίας.

Άρθρο 26

Δικαίωμα παρεμπόδισης της έμμεσης εκμετάλλευσης της εφεύρεσης

1.   Το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας παρέχει στον δικαιούχο το δικαίωμα να εμποδίζει οποιονδήποτε τρίτο που δεν έχει λάβει τη συγκατάθεσή του να προμηθεύει ή να προσφέρεται να προμηθεύσει στα συμμετέχοντα κράτη μέλη, στα οποία το εν λόγω δίπλωμα ευρεσιτεχνίας έχει ισχύ, σε οποιοδήποτε πρόσωπο, εκτός του προσώπου που δικαιούται να εκμεταλλεύεται την κατοχυρωμένη με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας εφεύρεση, μέσα συναφή με βασικό στοιχείο της εν λόγω εφεύρεσης για να τη χρησιμοποιήσει στα εν λόγω κράτη μέλη, όταν ο τρίτος γνωρίζει, ή όφειλε να γνωρίζει, ότι τα εν λόγω μέσα είναι πρόσφορα και αποσκοπούν στη χρησιμοποίηση της εν λόγω εφεύρεσης.

2.   Η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται όταν τα μέσα είναι συνήθη εμπορικά προϊόντα, εκτός εάν ο τρίτος προτρέψει το προμηθευόμενο πρόσωπο να προβεί σε πράξεις που απαγορεύονται από το άρθρο 25.

3.   Τα πρόσωπα που προβαίνουν στις πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 27 στοιχεία α) έως ε) δεν θεωρούνται πρόσωπα που δικαιούνται να εκμεταλλεύονται την εφεύρεση κατά την έννοια της παραγράφου 1.

Άρθρο 27

Περιορισμοί των αποτελεσμάτων διπλώματος ευρεσιτεχνίας

Τα δικαιώματα που παρέχονται από το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας δεν εκτείνονται:

α)

σε πράξεις που διενεργούνται ιδιωτικώς και για μη εμπορικούς σκοπούς·

β)

σε πράξεις που διενεργούνται για σκοπούς πειραματικούς και αφορούν το αντικείμενο της εφεύρεσης που έχει κατοχυρωθεί με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας·

γ)

στη χρήση βιολογικού υλικού με σκοπό την καλλιέργεια ή την ανακάλυψη και ανάπτυξη άλλων φυτικών ποικιλιών·

δ)

σε πράξεις που διενεργούνται σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 6 της οδηγίας 2001/82/ΕΚ (8) ή το άρθρο 10 παράγραφος 6 της οδηγίας 2001/83/ΕΚ (9) σε σχέση με οποιοδήποτε δίπλωμα ευρεσιτεχνίας καλύπτει το προϊόν κατά την έννοια οποιασδήποτε εκ των δύο οδηγιών·

ε)

στην παρασκευή από φαρμακείο, για εξατομικευμένες περιπτώσεις, φαρμάκου άμεσης κατανάλωσης βάσει ιατρικής συνταγής ή σε πράξεις που αφορούν τα φάρμακα που παρασκευάστηκαν κατά τον τρόπο αυτό·

στ)

στην χρήση της κατοχυρωμένης εφεύρεσης στα σκάφη των χωρών της Διεθνούς Ένωσης για την Προστασία της Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας (Ένωση των Παρισίων) ή μέλη του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, εκτός εκείνων που είναι Συμβαλλόμενα Κράτη Μέλη στα οποία ισχύει το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, στο σώμα τέτοιου σκάφους, τα εξαρτήματα μηχανών, συσκευές, εξαρτήματα και άλλα, όταν τα σκάφη αυτά εισέρχονται προσωρινά ή τυχαία στα ύδατα Συμβαλλόμενου Κράτους Μέλους στο οποίο το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας έχει ισχύ, με την προϋπόθεση ότι η εφεύρεση χρησιμοποιείται αποκλειστικά για τις ανάγκες του σκάφους·

ζ)

στην χρήση της κατοχυρωμένης εφεύρεσης στην κατασκευή ή τη λειτουργία των αεροσκαφών ή χερσαίων οχημάτων ή άλλων μέσων μεταφοράς των χωρών της Διεθνούς Ένωσης για την Προστασία της Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας (Ένωση των Παρισίων) ή των μελών του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, εκτός εκείνων που είναι Συμβαλλόμενα Κράτη Μέλη στα οποία ισχύει το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, ή εξαρτημάτων αυτών των αεροσκαφών ή χερσαίων οχημάτων, όταν αυτά εισέρχονται προσωρινά ή τυχαία στο έδαφος του Συμβαλλόμενου Κράτους Μέλους στο οποίο το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας έχει ισχύ ·

η)

στις πράξεις που προβλέπονται στο άρθρο 27 της Σύμβασης για τη Διεθνή Πολιτική Αεροπορία της 7ης Δεκεμβρίου 1944 (10), εφόσον οι πράξεις αυτές αφορούν αεροσκάφη χώρας μέρους της Σύμβασης που δεν είναι Συμβαλλόμενο Κράτος Μέλος στο οποίο έχει ισχύ το εν λόγω δίπλωμα ευρεσιτεχνίας·

θ)

στην εκ μέρους γεωργού χρήση του προϊόντος της συγκομιδής του για αναπαραγωγή ή πολλαπλασιασμό στην εκμετάλλευσή του, υπό την προϋπόθεση ότι το φυτικό πολλαπλασιαστικό υλικό έχει πωληθεί ή άλλως διατεθεί εμπορικά στον γεωργό από ή με τη συγκατάθεσή του δικαιούχου του διπλώματος ευρεσιτεχνίας για γεωργική χρήση. Η έκταση και οι όροι αυτής της χρήσης αντιστοιχούν στους προβλεπόμενους στο άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2100/94 (11)·

ι)

στην εκ μέρους γεωργού χρησιμοποίηση προστατευόμενων ζώων για γεωργικούς σκοπούς, υπό την προϋπόθεση ότι τα ζώα αναπαραγωγής ή άλλο ζωικό αναπαραγωγικό υλικό έχουν πωληθεί ή άλλως διατεθεί εμπορικά στον γεωργό από ή με τη συγκατάθεσή του δικαιούχου του διπλώματος ευρεσιτεχνίας · Η χρησιμοποίηση αυτή περιλαμβάνει τη διάθεση του ζώου ή άλλου ζωικού αναπαραγωγικού υλικού για τους σκοπούς της γεωργικής δραστηριότητας, αλλά όχι την πώλησή του στο πλαίσιο ή για τον σκοπό εμπορικής αναπαραγωγικής δραστηριότητας·

ια)

στις πράξεις και στη χρήση των πληροφοριών που αποκτώνται όπως επιτρέπεται βάσει των άρθρων 5 και 6 της οδηγίας 2009/24/ΕΚ (12) του Συμβουλίου, και ειδικότερα βάσει των διατάξεών της περί αντίστροφης μεταγλώττισης και διαλειτουργικότητας· και

ιβ)

στις πράξεις που επιτρέπονται δυνάμει του άρθρου 10 της οδηγίας 98/44/ΕΚ (13).

Άρθρο 28

Δικαίωμα βασιζόμενο σε προηγούμενη χρήση της εφεύρεσης

Τα πρόσωπα τα οποία, σε περίπτωση χορήγησης εθνικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας για μια εφεύρεση, θα είχαν σε Συμβαλλόμενο Κράτος Μέλος δικαίωμα βασιζόμενο στην προηγούμενη χρήση της εφεύρεσης ή δικαίωμα προσωπικής κατοχής της εφεύρεσης, απολαύουν στο εν λόγω Συμβαλλόμενο Κράτος Μέλος των ιδίων δικαιωμάτων όσον αφορά δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για την ίδια εφεύρεση.

Άρθρο 29

Ανάλωση των δικαιωμάτων που παρέχονται από το ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας

Τα δικαιώματα που παρέχονται από το ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας δεν εκτείνονται σε πράξεις που σχετίζονται με προϊόν που καλύπτεται από το συγκεκριμένο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας μετά τη διάθεση στο εμπόριο του εν λόγω προϊόντος στην Ευρωπαϊκή Ένωση από τον δικαιούχο του διπλώματος ευρεσιτεχνίας ή με τη συγκατάθεσή του, εκτός εάν υπάρχουν θεμιτοί λόγοι ώστε ο δικαιούχος του διπλώματος ευρεσιτεχνίας να αντιταχθεί στην περαιτέρω εμπορική διάθεση του προϊόντος.

Άρθρο 30

Αποτελέσματα των συμπληρωματικών πιστοποιητικών προστασίας

Το συμπληρωματικό πιστοποιητικό προστασίας απονέμει τα ίδια δικαιώματα που απορρέουν από το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας και υπόκειται στους ίδιους περιορισμούς και στις ίδιες υποχρεώσεις.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VΙ

Διεθνής δικαιοδοσία και αρμοδιότητα

Άρθρο 31

Διεθνής δικαιοδοσία

Η διεθνής δικαιοδοσία του Δικαστηρίου καθορίζεται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1215/2012 ή, κατά περίπτωση, βάσει της Σύμβασης για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (Σύμβαση του Λουγκάνο) (14).

Άρθρο 32

Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου

1.   Το Δικαστήριο έχει αποκλειστική αρμοδιότητα όσον αφορά:

α)

αγωγές περί προσβολής ή απειλούμενης προσβολής διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και συμπληρωματικών πιστοποιητικών προστασίας και σχετικά μέσα υπεράσπισης, περιλαμβανομένων ανταγωγών σχετικά με άδειες εκμετάλλευσης,

β)

αγωγές για αναγνώριση μη προσβολής διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και συμπληρωματικών πιστοποιητικών προστασίας,

γ)

αγωγές για τη λήψη ασφαλιστικών και συντηρητικών μέτρων,

δ)

αγωγές για την ανάκληση διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και για την κήρυξη ακυρότητας των συμπληρωματικών πιστοποιητικών προστασίας,

ε)

ανταγωγές για την ανάκληση διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και για την κήρυξη ακυρότητας των συμπληρωματικών πιστοποιητικών προστασίας,

στ)

αγωγές αποζημίωσης που απορρέουν από την προσωρινή προστασία που παρέχει δημοσιευμένη αίτηση χορήγησης ευρωπαϊκού διπλώματος ευρεσιτεχνίας,

ζ)

αγωγές σχετικά με τη χρήση της εφεύρεσης πριν από τη χορήγηση του διπλώματος ευρεσιτεχνίας ή σχετικά με το δικαίωμα που βασίζεται σε προηγούμενη χρήση της εφεύρεσης,

η)

αγωγές αποζημίωσης για άδειες εκμετάλλευσης βάσει του άρθρου 8 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1257/2012, και

θ)

αγωγές όσον αφορά αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Γραφείου Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας στο πλαίσιο της άσκησης των καθηκόντων που αναφέρονται στο άρθρο 9 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1257/2012.

2.   Τα εθνικά δικαστήρια των Συμβαλλόμενων Κρατών Μελών παραμένουν αρμόδια για την εκδίκαση αγωγών που αφορούν διπλώματα ευρεσιτεχνίας και συμπληρωματικά πιστοποιητικά προστασίας τα οποία δεν εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου.

Άρθρο 33

Αρμοδιότητα των τμημάτων του Πρωτοδικείου

1.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 7 του παρόντος άρθρου, οι αγωγές που αναφέρονται στο άρθρο 32 παράγραφος 1 στοιχεία α), γ), στ) και ζ) ασκούνται ενώπιον:

α)

του τοπικού τμήματος με έδρα στο έδαφος του Συμβαλλόμενου Κράτους Μέλους όπου έχει διαπραχθεί ή ενδέχεται να διαπραχθεί η προσβολή ή απειλούμενη προσβολή, ή ενώπιον του περιφερειακού τμήματος στο οποίο συμμετέχει το εν λόγω Συμβαλλόμενο Κράτος Μέλος, ή

β)

του τοπικού τμήματος με έδρα στο έδαφος του Συμβαλλόμενου Κράτους Μέλους στο οποίο ο εναγόμενος, ή σε περίπτωση περισσότερων εναγομένων, ένας από τους εναγόμενους έχει την κατοικία του ή την κύρια εγκατάστασή του, ή, ελλείψει κατοικίας ή κύριας εγκατάστασης, τον τόπο επιχειρηματικής δραστηριότητας, ή ενώπιον του περιφερειακού τμήματος στο οποίο συμμετέχει το εν λόγω Συμβαλλόμενο Κράτος Μέλος. Μπορεί να ασκηθεί αγωγή κατά περισσοτέρων εναγομένων μόνο όταν οι εναγόμενοι έχουν εμπορική σχέση και όταν η αγωγή αφορά την ίδια εικαζόμενη προσβολή.

Οι αναφερόμενες στο άρθρο 32 παράγραφος 1 στοιχείο η) αγωγές ασκούνται ενώπιον του τοπικού ή περιφερειακού τμήματος σύμφωνα με το στοιχείο β) του πρώτου εδαφίου.

Οι αγωγές κατά των εναγομένων που έχουν την κατοικία ή κύρια εγκατάστασή τους ή, ελλείψει κατοικίας ή κύριας εγκατάστασης, τον τόπο επιχειρηματικής δραστηριότητας, εκτός του εδάφους των Συμβαλλόμενων Κρατών Μελών ασκούνται ενώπιον του τοπικού ή περιφερειακού τμήματος σύμφωνα με το στοιχείο α) του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου ή ενώπιον του κεντρικού τμήματος.

Εάν το συμβαλλόμενο κράτος δεν διαθέτει τοπικό τμήμα και δεν συμμετέχει σε περιφερειακό τμήμα, οι αγωγές ασκούνται ενώπιον του κεντρικού τμήματος.

2.   Αν εκκρεμεί ενώπιον τμήματος του Πρωτοδικείου αγωγή αναφερόμενη στο άρθρο 32 παράγραφος 1 στοιχεία α), γ), στ), ζ) ή η), οποιαδήποτε αγωγή αναφερόμενη στο άρθρο 32 παράγραφος 1 στοιχεία α), γ), στ), ζ) ή η) μεταξύ των ιδίων διαδίκων για το ίδιο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας δεν μπορεί να ασκηθεί ενώπιον άλλου τμήματος.

Αν εκκρεμεί ενώπιον περιφερειακού τμήματος αγωγή αναφερόμενη στο άρθρο 32 παράγραφος 1 στοιχείο α) και η προσβολή συνέβη στα εδάφη τριών ή περισσότερων περιφερειακών τμημάτων, το περιφερειακό τμήμα παραπέμπει την υπόθεση στο κεντρικό τμήμα, κατ' αίτηση του εναγομένου.

Αν μια αγωγή μεταξύ των ιδίων διαδίκων για το ίδιο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας ασκηθεί ενώπιον διαφορετικών τμημάτων, το πρώτο επιληφθέν τμήμα είναι αρμόδιο για την όλη υπόθεση και οποιοδήποτε τμήμα επιληφθεί στη συνέχεια κηρύσσει την αγωγή απαράδεκτη σύμφωνα με τους Κανονισμούς Διαδικασίας.

3.   Μπορεί να ασκηθεί ανταγωγή για ανάκληση κατά το άρθρο 32 παράγραφος 1 στοιχείο ε) στην περίπτωση αγωγής για προσβολή κατά το άρθρο 32 παράγραφος 1 στοιχείο α). Το αρμόδιο τοπικό ή περιφερειακό τμήμα, έπειτα από ακρόαση των διαδίκων, έχει τη διακριτική ευχέρεια:

α)

να εκδικάσει τόσο την αγωγή για προσβολή όσο και την ανταγωγή ανάκλησης και να ζητήσει από τον πρόεδρο του Πρωτοδικείου να επιλέξει από την Ομάδα Δικαστών, σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 3, έναν δικαστή με τεχνική εξειδίκευση, ο οποίος να διαθέτει κατάλληλα προσόντα και πείρα στον συγκεκριμένο τομέα τεχνολογίας,

β)

να παραπέμψει την ανταγωγή ανάκλησης για εκδίκαση στο κεντρικό τμήμα και να αναστείλει ή να εκδικάσει την αγωγή για προσβολή, ή

γ)

με τη σύμφωνη γνώμη των διαδίκων, να παραπέμψει την υπόθεση για εκδίκαση στο κεντρικό τμήμα.

4.   Οι αγωγές που αναφέρονται στο άρθρο 32 παράγραφος 1 στοιχεία β) και δ) ασκούνται ενώπιον του κεντρικού τμήματος. Αν, ωστόσο, έχει ασκηθεί αγωγή για προσβολή κατά το άρθρο 32 παράγραφος 1 στοιχείο α) ενώπιον τοπικού ή περιφερειακού τμήματος μεταξύ των ιδίων διαδίκων για το ίδιο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, οι αγωγές αυτές μπορούν να ασκηθούν μόνο ενώπιον του ιδίου τοπικού ή περιφερειακού τμήματος.

5.   Αν εκκρεμεί αγωγή ανάκλησης κατά το άρθρο 32 παράγραφος 1 στοιχείο δ) ενώπιον του κεντρικού τμήματος, αγωγή για προσβολή κατά το άρθρο 32 παράγραφος 1 στοιχείο α) μεταξύ των ιδίων διαδίκων για το ίδιο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας μπορεί να ασκηθεί ενώπιον οιουδήποτε τμήματος σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου ή ενώπιον του κεντρικού τμήματος. Το αρμόδιο τοπικό ή περιφερειακό τμήμα έχει τη διακριτική ευχέρεια να ενεργήσει σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου.

6.   Η εκκρεμούσα ενώπιον του κεντρικού τμήματος αγωγή για την αναγνώριση μη-προσβολής όπως αναφέρεται στο άρθρο 32 (1) (β) θα πρέπει να ανασταλεί μόλις καταχωρηθεί αγωγή προσβολής όπως αναφέρεται στο άρθρο 32 (1) (α) μεταξύ των ίδιων μερών ή μεταξύ του κατόχου της αποκλειστικής άδειας και ο διάδικος που ζητεί την κήρυξη της μη-προσβολής σχετικά με το ίδιο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας ενώπιον τοπικού ή περιφερειακού τμήματος εντός τριών μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ασκήθηκε η αγωγή ενώπιον του κεντρικού τμήματος.

7.   Οι διάδικοι μπορούν να συμφωνήσουν ότι θα ασκήσουν τις αναφερόμενες στο άρθρο 32 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως η) αγωγές ενώπιον του τμήματος της επιλογής τους, συμπεριλαμβανομένου του κεντρικού τμήματος.

8.   Οι αγωγές που αναφέρονται στο άρθρο 32 παράγραφος 1 στοιχεία δ) και ε) μπορούν να ασκούνται χωρίς να πρέπει ο αιτών να υποβάλει ένσταση κατά της χορήγησης του διπλώματος ευρεσιτεχνίας στο Ευρωπαϊκό Γραφείο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας.

9.   Οι αγωγές που αναφέρονται στο άρθρο 32 παράγραφος 1 στοιχείο θ) ασκούνται ενώπιον του κεντρικού τμήματος.

10.   Κάθε διάδικος ενημερώνει το Δικαστήριο για οποιαδήποτε εκκρεμούσα διαδικασία ανάκλησης, περιορισμού των αποτελεσμάτων ή ένστασης κατά της χορήγησης του διπλώματος ευρεσιτεχνίας ενώπιον του Ευρωπαϊκού Γραφείου Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας και για οποιαδήποτε αίτηση ταχείας εξέτασης ενώπιον του Ευρωπαϊκού Γραφείου Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας. Το Δικαστήριο δύναται να αναστήλει τη διαδικασία ενώπιόν του σε περίπτωση που αναμένεται έκδοση ταχείας απόφασης από το Ευρωπαϊκό Γραφείο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας.

Άρθρο 34

Εδαφικό πεδίο εφαρμογής των αποφάσεων

Οι αποφάσεις του Δικαστηρίου καλύπτουν, όσον αφορά ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, την επικράτεια των Συμβαλλόμενων Κρατών Μελών στα οποία το ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας έχει ισχύ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VΙΙ

Διαμεσολάβηση και διαιτησία σε θέματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας

Άρθρο 35

Κέντρο διαμεσολάβησης και διαιτησίας σε θέματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας

1.   Ιδρύεται κέντρο διαμεσολάβησης και διαιτησίας σε θέματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας (το «Κέντρο»). Το Κέντρο εδρεύει στη Λουμπλιάνα και τη Λισσαβώνα.

2.   Το Κέντρο παρέχει υπηρεσίες διαμεσολάβησης και διαιτησίας σε περίπτωση διαφορών για θέματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας Συμφωνίας. Το άρθρο 82 εφαρμόζεται κατ’ αναλογία σε κάθε επίλυση διαφοράς που επιτυγχάνεται με τη χρήση των υπηρεσιών του Κέντρου, συμπεριλαμβανομένης της διαμεσολάβησης. Ωστόσο, ένα δίπλωμα δεν ανακαλείται ή περιορίζεται μέσω διαδικασίας διαμεσολάβησης ή διαιτησίας.

3.   Το Κέντρο θεσπίζει κανόνες διαμεσολάβησης και διαιτησίας.

4.   Το Κέντρο καταρτίζει κατάλογο διαμεσολαβητών και διαιτητών που προσφέρουν βοήθεια στους διαδίκους για την επίλυση της διαφοράς τους.

ΜΕΡΟΣ ΙΙ

ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 36

Προϋπολογισμός του Δικαστηρίου

1.   Ο προϋπολογισμός του Δικαστηρίου χρηματοδοτείται από τα ίδια έσοδα του Δικαστηρίου και τουλάχιστον κατά τη μεταβατική περίοδο που αναφέρεται στο άρθρο 83, κατά περίπτωση, από συνεισφορές των Συμβαλλόμενων Κρατών Μελών. Ο προϋπολογισμός είναι ισοσκελισμένος.

2.   Τα ίδια έσοδα του Δικαστηρίου περιλαμβάνουν τα δικαστικά τέλη και άλλα έσοδα.

3.   Τα δικαστικά τέλη καθορίζονται από τη Διοικητική Επιτροπή. Περιλαμβάνουν ένα σταθερό τέλος, σε συνδυασμό με τέλος βασισμένο στην οικονομική αξία της υπόθεσης, το οποίο θα ισχύει άνω προκαθορισμένου ορίου. Τα δικαστικά τέλη καθορίζονται κατά τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται η απαιτούμενη ισορροπία μεταξύ της αρχής της ισότιμης πρόσβασης στη δικαιοσύνη, ιδίως όσον αφορά τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, τις μικρομονάδες, τα φυσικά πρόσωπα, τις μη κερδοσκοπικές οργανώσεις, τα πανεπιστήμια και τους δημόσιους ερευνητικούς οργανισμούς και της επαρκούς συνεισφοράς των διαδίκων στις δαπάνες στις οποίες υποβάλλεται το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τα οικονομικά οφέλη για τους ενδιαφερομένους και τον στόχο ενός αυτοχρηματοδοτούμενου δικαστηρίου με ισοσκελισμένο προϋπολογισμό. Το ύψος των δικαστικών τελών επανεξετάζεται περιοδικά από τη Διοικητική Επιτροπή. Δεν αποκλείεται η εξέταση στοχευμένων μέτρων στήριξης για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και μικρομονάδες.

4.   Εάν το Δικαστήριο δεν μπορεί να ισοσκελίσει τον προϋπολογισμό του μέσω των ιδίων πόρων του, τα Συμβαλλόμενα Κράτη Μέλη καταβάλλουν ειδικές χρηματοδοτικές συνεισφορές.

Άρθρο 37

Χρηματοδότηση του Δικαστηρίου

1.   Τα έξοδα λειτουργίας του Δικαστηρίου καλύπτονται από τον προϋπολογισμό του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τον Οργανισμό του.

Τα Συμβαλλόμενα Κράτη Μέλη τα οποία ιδρύουν τοπικό τμήμα παρέχουν τις απαραίτητες για τον σκοπό αυτό υπηρεσίες. Τα Συμβαλλόμενα Κράτη Μέλη τα οποία μοιράζονται το ίδιο περιφερειακό τμήμα παρέχουν από κοινού τις απαραίτητες για το σκοπό αυτό εγκαταστάσεις. Τα Συμβαλλόμενα Κράτη Μέλη τα οποία φιλοξενούν το κεντρικό τμήμα, τα επιμέρους τμήματά του ή το Εφετείο παρέχουν τις απαραίτητες για τον σκοπό αυτό εγκαταστάσεις. Για μια αρχική μεταβατική περίοδο επτά ετών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας Συμφωνίας, τα Συμβαλλόμενα Κράτη Μέλη παρέχουν επίσης διοικητικό προσωπικό στήριξης με την επιφύλαξη του Οργανισμού του προσωπικού αυτού.

2.   Κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας Συμφωνίας, τα Συμβαλλόμενα Κράτη Μέλη παρέχουν τις αρχικές χρηματοδοτικές συνεισφορές που απαιτούνται για την ίδρυση του Δικαστηρίου.

3.   Κατά την αρχική επταετή μεταβατική περίοδο, από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας Συμφωνίας, η συνεισφορά κάθε Συμβαλλόμενου Κράτους Μέλους που επικύρωσε τη Συμφωνία ή προσχώρησε σε αυτήν πριν από την έναρξη ισχύος της υπολογίζεται με βάση τον αριθμό των ευρωπαϊκών διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας που ισχύουν στην επικράτειά του κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της Συμφωνίας και τον αριθμό των ευρωπαϊκών διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας ως προς τα οποία ασκήθηκαν αγωγές για προσβολή ή ανάκληση ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων του εν λόγω κράτους κατά τα τρία έτη πριν από την έναρξη ισχύος της Συμφωνίας.

Κατά την ίδια αυτή αρχική επταετή μεταβατική περίοδο, οι συνεισφορές των κρατών μελών που επικυρώνουν τη Συμφωνία ή προσχωρούν σε αυτήν μετά την έναρξη ισχύος της υπολογίζονται με βάση τον αριθμό των ευρωπαϊκών διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας που ισχύουν στην επικράτεια του συγκεκριμένου κράτους κατά την ημερομηνία επικύρωσης ή προσχώρησης και τον αριθμό των ευρωπαϊκών διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας ως προς τα οποία ασκήθηκαν αγωγές για προσβολή ή ανάκληση ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων του εν λόγω κράτους κατά τα τρία έτη πριν από την επικύρωση ή προσχώρηση.

4.   Μετά το πέρας της αρχικής επταετούς μεταβατικής περιόδου, εντός της οποίας το Δικαστήριο αναμένεται να καταστεί αυτοχρηματοδοτούμενο, αν καταστούν αναγκαίες συνεισφορές των Συμβαλλόμενων Κρατών Μελών, οι συνεισφορές αυτές καθορίζονται σύμφωνα με την κλίμακα κατανομής των ετήσιων τελών ανανέωσης των ευρωπαϊκών διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας με ενιαία ισχύ που εφαρμόζεται τη στιγμή που καθίσταται αναγκαία η συνεισφορά.

Άρθρο 38

Χρηματοδότηση του πλαισίου εκπαίδευσης των δικαστών

Το πλαίσιο εκπαίδευσης των δικαστών χρηματοδοτείται από τον προϋπολογισμό του Δικαστηρίου.

Άρθρο 39

Χρηματοδότηση του Κέντρου

Το λειτουργικό κόστος του Κέντρου καλύπτεται από τον προϋπολογισμό του Δικαστηρίου.

ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ

ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι

Γενικές διατάξεις

Άρθρο 40

Οργανισμός

1.   Ο Οργανισμός καθορίζει λεπτομερώς την οργάνωση και λειτουργία του Δικαστηρίου.

2.   Ο Οργανισμός προσαρτάται στην παρούσα Συμφωνία. Μπορεί να τροποποιηθεί με απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής βάσει προτάσεως του Δικαστηρίου ή προτάσεως Συμβαλλόμενου Κράτους Μέλους μετά από διαβούλευση με το Δικαστήριο. Ωστόσο οι τροποποιήσεις αυτές δεν πρέπει να αντιφάσκουν προς την παρούσα Συμφωνία ούτε να την αλλοιώνουν.

3.   Ο Οργανισμός εγγυάται ότι η λειτουργία του Δικαστηρίου οργανώνεται κατά τον πλέον αποτελεσματικό και οικονομικά αποδοτικό τρόπο και εξασφαλίζει την ισότιμη πρόσβαση στη δικαιοσύνη.

Άρθρο 41

Κανονισμός διαδικασίας

1.   Οι Κανονισμοί διαδικασίας καθορίζουν λεπτομερώς τις ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίες. Συνάδει προς τις διατάξεις της παρούσας Συμφωνίας και του Οργανισμού.

2.   Οι Κανονισμοί Διαδικασίας θεσπίζονται από τη Διοικητική Επιτροπή με βάση ευρείες διαβουλεύσεις με τους αρμόδιους φορείς. Απαιτείται η προηγούμενη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής όσον αφορά τη συμβατότητα του κανονισμού διαδικασίας με το δίκαιο της Ένωσης.

Οι Κανονισμοί Διαδικασίας μπορούν να τροποποιηθούν με απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής, βάσει προτάσεως του Δικαστηρίου και μετά από διαβούλευση με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ωστόσο οι τροποποιήσεις αυτές δεν πρέπει να αντιφάσκουν προς τις διατάξεις της παρούσας Συμφωνίας ή του Οργανισμού ούτε να τις αλλοιώνουν.

3.   Οι Κανονισμοί Διαδικασίας εγγυώνται ότι οι αποφάσεις του Δικαστηρίου είναι υψηλής ποιότητας και ότι οι διαδικασίες οργανώνονται κατά τον πλέον αποτελεσματικό και οικονομικά αποδοτικό τρόπο. Εξασφαλίζει την απαιτούμενη ισορροπία μεταξύ των νόμιμων συμφερόντων όλων των διαδίκων. Παρέχει το απαιτούμενο επίπεδο διακριτικής ευχέρειας στους δικαστές, χωρίς να θίγει τον προβλέψιμο χαρακτήρα της διαδικασίας για τους διαδίκους.

Άρθρο 42

Αναλογικότητα και ισότιμη μεταχείριση

1.   Το Δικαστήριο ασχολείται με την επίλυση των διαφορών κατά τρόπο ανάλογο με τη σημασία και την πολυπλοκότητά τους.

2.   Το Δικαστήριο διασφαλίζει ότι οι κανόνες, οι διαδικασίες και τα ένδικα μέσα που προβλέπονται στην παρούσα Συμφωνία και τον Οργανισμό χρησιμοποιούνται με δίκαιο και ισότιμο τρόπο και δεν στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό.

Άρθρο 43

Διαχείριση υποθέσεων

Το Δικαστήριο διαχειρίζεται επιμελώς τις ενώπιόν του υποθέσεις σύμφωνα με τους Κανονισμούς Διαδικασίας, χωρίς να θίγει την ελευθερία των διαδίκων να καθορίζουν το αντικείμενο της υπόθεσης και τα αποδεικτικά στοιχεία που υποβάλλονται προς υποστήριξή της.

Άρθρο 44

Ηλεκτρονικές διαδικασίες

Το Δικαστήριο αξιοποιεί κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο τις ηλεκτρονικές διαδικασίες, λ.χ. την ηλεκτρονική υποβολή των εγγράφων των διαδίκων και των αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και τις εικονοτηλεδιασκέψεις, σύμφωνα με τους Κανονισμούς Διαδικασίας.

Άρθρο 45

Δημόσιες διαδικασίες

Οι διαδικασίες είναι ανοικτές στο κοινό εκτός εάν το Δικαστήριο αποφασίσει ότι πρέπει να παραμείνουν εμπιστευτικές, στον αναγκαίο βαθμό, προς το συμφέρον ενός εκ των διαδίκων ή άλλων εμπλεκομένων προσώπων ή προς το γενικό συμφέρον της δικαιοσύνης ή της δημόσιας τάξης.

Άρθρο 46

Ικανότητα δικαίου

Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο καθώς και κάθε οργανισμός ισοδύναμος με νομικό πρόσωπο που δικαιούται να κινήσει διαδικασία σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο έχει την ικανότητα να είναι διάδικος σε διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου.

Άρθρο 47

Διάδικοι

1.   Ο δικαιούχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας δικαιούται να ασκήσει αγωγή ενώπιον του Δικαστηρίου.

2.   Με την επιφύλαξη της συμφωνίας για τη χορήγηση άδειας εκμετάλλευσης, ο κάτοχος αποκλειστικής άδειας εκμετάλλευσης διπλώματος ευρεσιτεχνίας έχει δικαίωμα αγωγής ενώπιον του Δικαστηρίου υπό τις αυτές προϋποθέσεις με το δικαιούχο του διπλώματος, εφόσον έχει ειδοποιήσει εκ των προτέρων τον κάτοχο του διπλώματος.

3.   Ο κάτοχος μη αποκλειστικής άδειας εκμετάλλευσης δεν έχει δικαίωμα αγωγής ενώπιον του Δικαστηρίου, εκτός εάν ο δικαιούχος του διπλώματος ευρεσιτεχνίας έχει ειδοποιηθεί εκ των προτέρων και εφόσον αυτό επιτρέπεται ρητά στη συμφωνία για τη χορήγηση της άδειας εκμετάλλευσης.

4.   Ο δικαιούχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας δικαιούται να συμμετάσχει ως διάδικος σε αγωγή που έχει ασκήσει ενώπιον του Δικαστηρίου ο κάτοχος άδειας εκμετάλλευσης.

5.   Το κύρος διπλώματος ευρεσιτεχνίας δεν μπορεί να αμφισβητηθεί σε αγωγή για προσβολή δικαιώματος ευρεσιτεχνίας που έχει ασκηθεί από τον κάτοχο άδειας εκμετάλλευσης, εφόσον στη διαδικασία δεν συμμετέχει ο δικαιούχος του διπλώματος. Ο διάδικος σε αγωγή για προσβολή διπλώματος ευρεσιτεχνίας που θέλει να αμφισβητήσει το κύρος του διπλώματος πρέπει να ασκήσει αγωγή κατά του δικαιούχου του διπλώματος.

6.   Κάθε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή οργανισμός που δικαιούται να ασκεί αγωγές σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο και οι οποίοι έχουν σχέση με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, μπορούν να ασκήσουν αγωγή σύμφωνα με τους Κανονισμούς Διαδικασίας.

7.   Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή οργανισμός που δικαιούται να ασκεί αγωγές σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο και ο οποίος θίγεται από απόφαση του Ευρωπαϊκού Γραφείου Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που αναφέρονται στο άρθρο 9 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1257/2012, έχει δικαίωμα να ασκήσει αγωγή δυνάμει του άρθρου 32 παράγραφος 1 στοιχείο θ).

Άρθρο 48

Εκπροσώπηση

1.   Οι διάδικοι εκπροσωπούνται από δικηγόρους εξουσιοδοτημένους να παρίστανται ενώπιον δικαστηρίου Συμβαλλόμενου Κράτους Μέλους.

2.   Οι διάδικοι μπορούν εναλλακτικά να εκπροσωπούνται από νομικούς συμβούλους ειδικευμένους σε θέματα ευρωπαϊκών διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας (European Patent Attorneys) οι οποίοι είναι εξουσιοδοτημένοι να ενεργούν ως επαγγελματικοί εκπρόσωποι ενώπιον του Ευρωπαϊκού Γραφείου Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας σύμφωνα με το άρθρο 134 της ΣΕΔΕ και διαθέτουν κατάλληλα προσόντα, λ.χ. ευρωπαϊκό πιστοποιητικό σε θέματα διαφορών που αφορούν διπλώματα ευρεσιτεχνίας.

3.   Τα κατά την παράγραφο 2 απαιτούμενα προσόντα καθορίζονται από τη Διοικητική Επιτροπή. Ο γραμματέας τηρεί κατάλογο των νομικών συμβούλων που ειδικεύονται σε θέματα ευρωπαϊκών διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας οι οποίοι δικαιούνται να εκπροσωπούν διαδίκους ενώπιον του Δικαστηρίου.

4.   Οι εκπρόσωποι των διαδίκων μπορούν να συνοδεύονται από νομικούς συμβούλους ειδικευμένους σε θέματα ευρεσιτεχνιών (patent attorneys), οι οποίοι μπορούν να λαμβάνουν τον λόγο στις ακροάσεις του Δικαστηρίου σύμφωνα με τους Κανονισμούς Διαδικασίας.

5.   Οι εκπρόσωποι των διαδίκων απολαύουν των αναγκαίων για την ανεξάρτητη άσκηση των καθηκόντων τους προνομίων και ασυλιών, συμπεριλαμβανομένου του προνομίου μη κοινοποίησης ενώπιον του δικαστηρίου επικοινωνιών μεταξύ του εκπροσώπου και του διαδίκου ή άλλου προσώπου, υπό τους όρους των Κανονισμών διαδικασίας, εκτός εάν ο ενδιαφερόμενος διάδικος έχει παραιτηθεί ρητά από το εν λόγω προνόμιο.

6.   Οι εκπρόσωποι των διαδίκων οφείλουν να μην παρουσιάζουν με παραπλανητικό τρόπο στο Δικαστήριο τα στοιχεία των υποθέσεων ή τα πραγματικά περιστατικά τα οποία γνώριζαν ή μπορούσαν ευλόγως να γνωρίζουν.

7.   Η εκπροσώπηση σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου δεν απαιτείται σε διαδικασίες δυνάμει του άρθρου 32 παράγραφος 1 στοιχείο θ).

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Γλώσσα της διαδικασίας

Άρθρο 49

Γλώσσα διαδικασίας στο Πρωτοδικείο

1.   Γλώσσα της διαδικασίας ενώπιον οποιουδήποτε τοπικού ή περιφερειακού τμήματος είναι επίσημη γλώσσα της Ευρωπαϊκής Ένωσης η οποία είναι η επίσημη γλώσσα ή μια από τις επίσημες γλώσσες του Συμβαλλόμενου Κράτους Μέλους όπου έχει την έδρα του το εν λόγω τμήμα ή η επίσημη γλώσσα ή γλώσσες που ορίζουν τα Συμβαλλόμενα Κράτη Μέλη τα οποία έχουν από κοινού περιφερειακό τμήμα.

2.   Παρά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 1, τα Συμβαλλόμενα Κράτη Μέλη μπορούν να υποδεικνύουν μία ή περισσότερες από τις επίσημες γλώσσες του Ευρωπαϊκού Γραφείου Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας ως γλώσσα διαδικασίας του οικείου τοπικού ή περιφερειακού τμήματος.

3.   Οι διάδικοι μπορούν να συμφωνήσουν να χρησιμοποιηθεί ως γλώσσα της διαδικασίας τη γλώσσα στην οποία χορηγήθηκε το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, εφόσον αυτό εγκριθεί από την αρμόδια σύνθεση του Δικαστηρίου. Εάν η εν λόγω σύνθεση δεν εγκρίνει την επιλογή τους, οι διάδικοι μπορούν να ζητήσουν να παραπεμφθεί η υπόθεση στο κεντρικό τμήμα.

4.   Με τη σύμφωνη γνώμη των διαδίκων, η αρμόδια σύνθεση μπορεί, για λόγους ευκολίας και ισότιμης μεταχείρισης, να αποφασίσει ότι ως γλώσσα της διαδικασίας να χρησιμοποιηθεί η γλώσσα στην οποία χορηγήθηκε το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας.

5.   Κατόπιν αίτησης ενός εκ των διαδίκων και μετά από ακρόαση των λοιπών διαδίκων και της αρμόδιας σύνθεσης, ο πρόεδρος του Πρωτοδικείου μπορεί, για λόγους ισότιμης μεταχείρισης και συνεκτιμώντας όλες τις σχετικές περιστάσεις, συμπεριλαμβανομένης της θέσης των διαδίκων και ιδίως της θέσης του εναγομένου, να αποφασίσει ότι ως γλώσσα της διαδικασίας να χρησιμοποιηθεί η γλώσσα στην οποία χορηγήθηκε το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Σε αυτή την περίπτωση, ο πρόεδρος του Πρωτοδικείου αξιολογεί την ανάγκη για ειδικές ρυθμίσεις μετάφρασης και διερμηνείας.

6.   Γλώσσα της διαδικασίας στο κεντρικό τμήμα είναι η γλώσσα στην οποία χορηγήθηκε το σχετικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας.

Άρθρο 50

Γλώσσα διαδικασίας στο Εφετείο

1.   Γλώσσα της διαδικασίας ενώπιον του Εφετείου είναι η γλώσσα της διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου.

2.   Παρά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 1, οι διάδικοι μπορούν να συμφωνήσουν ότι ως γλώσσα διαδικασίας θα χρησιμοποιηθεί η γλώσσα στην οποία χορηγήθηκε το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας.

3.   Σε εξαιρετικές περιπτώσεις και στον βαθμό που κρίνεται αναγκαίο, το Εφετείο μπορεί να επιλέξει άλλη επίσημη γλώσσα Συμβαλλόμενου Κράτους Μέλους ως γλώσσα διαδικασίας για το σύνολο ή μέρος της διαδικασίας, με την επιφύλαξη της συμφωνίας των διαδίκων.

Άρθρο 51

Άλλες γλωσσικές ρυθμίσεις

1.   Κάθε σύνθεση του Πρωτοδικείου και του Εφετείου μπορούν, στον βαθμό που κρίνεται σκόπιμο, να μην εφαρμόζουν τις απαιτήσεις μετάφρασης.

2.   Κατ’ αίτηση ενός εκ των διαδίκων και στον βαθμό που κρίνεται σκόπιμο, κάθε τμήμα του Πρωτοδικείου και το Εφετείου παρέχουν δυνατότητα διερμηνείας προς επικουρία των διαδίκων κατά την προφορική διαδικασία.

3.   Παρά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 49 παράγραφος 6, αν η αγωγή για προσβολή διπλώματος ευρεσιτεχνίας ασκηθεί ενώπιον του κεντρικού τμήματος, ο εναγόμενος που έχει την κατοικία του, την κύρια εγκατάστασή του ή τον τόπο επιχειρηματικής δραστηριότητάς του σε κράτος μέλος έχει το δικαίωμα να λάβει, κατόπιν αιτήσεως, μεταφράσεις των σχετικών εγγράφων στη γλώσσα του κράτους μέλους κατοικίας, κύριας εγκατάστασης ή, ελλείψει κατοικίας ή κύριας εγκατάστασης, τόπου επιχειρηματικής δραστηριότητας, υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η δικαιοδοσία έχει ανατεθεί στο κεντρικό τμήμα σύμφωνα με το άρθρο 33 παράγραφος 1 τρίτο ή τέταρτο εδάφιο, και

β)

η γλώσσα της διαδικασίας στο κεντρικό τμήμα είναι γλώσσα που δεν αποτελεί επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους στο οποίο ο εναγόμενος έχει την κατοικία του, την κύρια εγκατάστασή του ή, ελλείψει κατοικίας ή κύριας εγκατάστασης, τον τόπο επιχειρηματικής του δραστηριότητας, και

γ)

ο εναγόμενος δεν έχει επαρκή γνώση της γλώσσας της διαδικασίας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ

Διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

Άρθρο 52

Γραπτή, ενδιάμεση και προφορική διαδικασία

1   Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου συνίσταται σε γραπτή, ενδιάμεση και προφορική διαδικασία, σύμφωνα με τους Κανονισμούς Διαδικασίας. Όλες οι διαδικασίες οργανώνονται με ευέλικτο και ισορροπημένο τρόπο.

2.   Στην ενδιάμεση διαδικασία, μετά τη γραπτή διαδικασία και εφόσον κρίνεται σκόπιμο, ο εισηγητής δικαστής, κατόπιν εντολής της ολομέλειας, είναι αρμόδιος για τη σύγκληση ενδιάμεσης ακρόασης. Ο εν λόγω δικαστής διερευνά ιδίως μαζί με τους διαδίκους τη δυνατότητα συμβιβασμού, μεταξύ άλλων μέσω διαμεσολάβησης ή/και διαιτησίας χρησιμοποιώντας τις υπηρεσίες του Κέντρου που αναφέρεται στο άρθρο 35.

3.   Η προφορική διαδικασία παρέχει στους διαδίκους την ευκαιρία να εκθέσουν δεόντως τα επιχειρήματά τους. Το Δικαστήριο μπορεί, με τη σύμφωνη γνώμη των διαδίκων, να παραλείψει την ακρόαση.

Άρθρο 53

Αποδεικτικά μέσα

1.   Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία χρησιμοποιούνται ιδίως τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα:

α)

ακρόαση των διαδίκων,

β)

αίτηση παροχής πληροφοριών,

γ)

προσκόμιση εγγράφων,

δ)

ακρόαση μαρτύρων,

ε)

πραγματογνωμοσύνη,

στ)

αυτοψία,

ζ)

συγκριτικές δοκιμές ή πειράματα,

η)

έγγραφες ένορκες δηλώσεις (ένορκες βεβαιώσεις).

2.   Οι Κανονισμοί Διαδικασίας διέπουν τη διαδικασία συγκέντρωσης των αποδεικτικών στοιχείων. Η εξέταση μαρτύρων και πραγματογνωμόνων διεξάγεται υπό τον έλεγχο του Δικαστηρίου και περιορίζεται στα αναγκαία.

Άρθρο 54

Βάρος απόδειξης

Με την επιφύλαξη του άρθρου 24 παράγραφοι 2 και 3, το βάρος απόδειξης των γεγονότων φέρει ο διάδικος ο οποίος επικαλείται τα συγκεκριμένα γεγονότα.

Άρθρο 55

Αντιστροφή του βάρους απόδειξης

1.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 24 παράγραφοι 2 και 3, εάν το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας αφορά μέθοδο κατασκευής νέου προϊόντος, κάθε πανομοιότυπο προϊόν που κατασκευάζεται χωρίς τη συγκατάθεση του δικαιούχου του διπλώματος ευρεσιτεχνίας θεωρείται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ότι αποκτήθηκε με την εν λόγω μέθοδο.

2.   Η οριζόμενη στην παράγραφο 1 αρχή εφαρμόζεται επίσης όταν υπάρχει σημαντική πιθανότητα το πανομοιότυπο προϊόν να έχει κατασκευασθεί με τη μέθοδο που κατοχυρώνεται με το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, ενώ ο δικαιούχος του διπλώματος ευρεσιτεχνίας δεν μπόρεσε, παρά την εύλογη προσπάθεια που κατέβαλε, να προσδιορίσει τη μέθοδο που όντως χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή του πανομοιότυπου προϊόντος.

3.   Κατά την προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων περί του εναντίου, λαμβάνονται υπόψη τα έννομα συμφέροντα του εναγομένου για την προστασία του επιχειρηματικού και εμπορικού του απορρήτου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙV

Εξουσίες του Δικαστηρίου

Άρθρο 56

Γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου

1.   Το Δικαστήριο μπορεί να επιβάλλει μέτρα, διαδικασίες και μέτρα αποκατάστασης όπως ορίζονται στην παρούσα Συμφωνία και να εκδίδει διαταγές υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, σύμφωνα με τους Κανονισμούς Διαδικασίας.

2.   Το Δικαστήριο λαμβάνει δεόντως υπόψη το συμφέρον των διαδίκων και, πριν εκδώσει μια διαταγή, παρέχει σε κάθε διάδικο τη δυνατότητα ακρόασης, εκτός εάν αυτό είναι ασυμβίβαστο με την αποτελεσματική εκτέλεση της εν λόγω διαταγής.

Άρθρο 57

Δικαστικοί πραγματογνώμονες

1.   Με την επιφύλαξη της δυνατότητας των διαδίκων να προσκομίζουν εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, το Δικαστήριο μπορεί ανά πάσα στιγμή να διορίζει δικαστικούς πραγματογνώμονες για την παροχή πραγματογνωμοσύνης σχετικά με ειδικές πτυχές της υπόθεσης. Το Δικαστήριο παρέχει στους εν λόγω πραγματογνώμονες όλες τις πληροφορίες που χρειάζονται για την πραγματογνωμοσύνη τους.

2.   Προς τούτο το Δικαστήριο καταρτίζει, σύμφωνα με τους Κανονισμούς Διαδικασίας, ενδεικτικό κατάλογο πραγματογνωμόνων, ο οποίος τηρείται από τον Γραμματέα.

3.   Οι δικαστικοί πραγματογνώμονες παρέχουν εχέγγυα ανεξαρτησίας και αμεροληψίας. Οι κανόνες που διέπουν τη σύγκρουση συμφερόντων όσον αφορά τους δικαστές σύμφωνα με το άρθρο 7 του Οργανισμού εφαρμόζονται κατ' αναλογία στους δικαστικούς πραγματογνώμονες.

4.   Η πραγματογνωμοσύνη που παρέχουν οι δικαστικοί πραγματογνώμονες στο Δικαστήριο τίθεται στη διάθεση των διαδίκων, οι οποίοι έχουν τη δυνατότητα να τη σχολιάσουν.

Άρθρο 58

Προστασία εμπιστευτικών πληροφοριών

Για την προστασία του εμπορικού απορρήτου, των προσωπικών δεδομένων ή άλλων εμπιστευτικών πληροφοριών διαδίκου ή τρίτου, ή για την πρόληψη της καταχρηστικής χρήσης αποδεικτικών στοιχείων, το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει να περιορισθεί ή να απαγορευθεί η συγκέντρωση και η χρήση αποδεικτικών στοιχείων στην ενώπιόν του διαδικασία ή να περιορισθεί η πρόσβαση στα εν λόγω στοιχεία σε συγκεκριμένα πρόσωπα.

Άρθρο 59

Διαταγή προσκόμισης αποδεικτικών στοιχείων

1.   Κατόπιν αιτήσεως διαδίκου ο οποίος έχει προσκομίσει ευλόγως διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία επαρκή προς τεκμηρίωση των ισχυρισμών του και ο οποίος, τεκμηριώνοντας τους ισχυρισμούς του, έχει επικαλεσθεί αποδεικτικά στοιχεία ευρισκόμενα υπό τον έλεγχο του αντιδίκου ή τρίτου, το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την προσκόμιση των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων από τον αντίδικο ή τον τρίτο, με την επιφύλαξη της προστασίας των εμπιστευτικών πληροφοριών. Η διαταγή αυτή δεν συνεπάγεται υποχρέωση αυτοενοχοποίησης του διαδίκου.

2.   Κατόπιν αιτήσεως διαδίκου, το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει, υπό τους όρους της παραγράφου 1, την κοινοποίηση τραπεζικών, χρηματοοικονομικών ή εμπορικών εγγράφων ευρισκομένων υπό τον έλεγχο του αντιδίκου, με την επιφύλαξη της προστασίας των εμπιστευτικών πληροφοριών.

Άρθρο 60

Διαταγή διατήρησης αποδεικτικών στοιχείων και αυτοψίας σε χώρους

1.   Κατόπιν αιτήσεως του ενάγοντος ο οποίος έχει προσκομίσει ευλόγως διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία προς τεκμηρίωση των ισχυρισμών του περί προσβολής ή επικείμενης προσβολής του διπλώματος ευρεσιτεχνίας, το Δικαστήριο μπορεί, ακόμη και πριν από την εξέταση της αγωγής επί της ουσίας, να διατάξει τη λήψη άμεσων και αποτελεσματικών ασφαλιστικών μέτρων για τη διατήρηση των σχετικών αποδεικτικών στοιχείων όσον αφορά την εικαζόμενη προσβολή, με την επιφύλαξη της προστασίας των εμπιστευτικών πληροφοριών.

2.   Τα εν λόγω μέτρα μπορούν να περιλαμβάνουν τη λεπτομερή περιγραφή, με ή χωρίς λήψη δειγμάτων, ή την πραγματική κατάσχεση των παράνομων προϊόντων και, εφόσον ενδείκνυται, των υλικών και εργαλείων που χρησιμοποιήθηκαν για την παραγωγή ή/και τη διανομή των προϊόντων αυτών καθώς και των σχετικών εγγράφων.

3.   Το Δικαστήριο μπορεί, ακόμη και πριν από την εξέταση της αγωγής επί της ουσίας, κατόπιν αιτήσεως του ενάγοντος ο οποίος έχει προσκομίσει ευλόγως διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία προς τεκμηρίωση των ισχυρισμών του περί προσβολής ή επικείμενης προσβολής του διπλώματος ευρεσιτεχνίας, να διατάξει τη διενέργεια έρευνας σε χώρους. Η έρευνα αυτή διεξάγεται από πρόσωπο που διορίζει το Δικαστήριο σύμφωνα με τους Κανονισμούς Διαδικασίας.

4.   Κατά την έρευνα των χώρων ο ενάγων δεν είναι παρών αυτοπροσώπως, αλλά μπορεί να εκπροσωπείται από ανεξάρτητο επαγγελματία του οποίου το όνομα πρέπει να ορίζεται στη διαταγή του Δικαστηρίου.

5.   Διατάσσονται μέτρα, εφόσον απαιτείται και χωρίς ακρόαση του αντιδίκου, ιδίως όταν κάθε καθυστέρηση ενδέχεται να προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημία στο δικαιούχο του διπλώματος ευρεσιτεχνίας ή όταν υπάρχει αποδεδειγμένος κίνδυνος καταστροφής των αποδεικτικών στοιχείων.

6.   Όταν διατάσσονται μέτρα διατήρησης αποδεικτικών στοιχείων ή αυτοψίας σε χώρους χωρίς προηγούμενη ακρόαση του άλλου μέρους, τα θιγόμενα μέρη ενημερώνονται αμελλητί, το αργότερο δε αμέσως μετά την εκτέλεση των μέτρων. Λαμβάνει χώρα, κατόπιν αιτήσεως των θιγομένων μερών, επανεξέταση, συμπεριλαμβανομένου δικαιώματος ακρόασης, προκειμένου να αποφασισθεί, εντός ευλόγου προθεσμίας από την κοινοποίηση των μέτρων, αν αυτά πρέπει να τροποποιηθούν, να ανακληθούν ή να επιβεβαιωθούν.

7.   Τα μέτρα διατήρησης των αποδεικτικών στοιχείων μπορούν να εξαρτηθούν από τη σύσταση κατάλληλης ασφάλειας ή ισοδύναμης εγγύησης από τον ενάγοντα, προκειμένου να διασφαλιστεί η αποκατάσταση της ζημίας που θα υποστεί ενδεχομένως ο εναγόμενος, όπως προβλέπει η παράγραφος 9.

8.   Το Δικαστήριο μεριμνά ώστε τα μέτρα διατήρησης των αποδεικτικών στοιχείων να ανακαλούνται ή να παύουν να παράγουν αποτελέσματα κατόπιν αιτήσεως του εναγομένου, με την επιφύλαξη τυχόν αποζημίωσης, εάν ο ενάγων δεν καταθέσει, εντός διαστήματος που δεν υπερβαίνει τις 31 ημερολογιακές ή τις 20 εργάσιμες ημέρες, αναλόγως ποιο διάστημα είναι μεγαλύτερο, την αγωγή ενώπιον του Δικαστηρίου η οποία θα οδηγήσει σε έκδοση απόφασης επί της ουσίας της υπόθεσης.

9.   Εάν τα μέτρα διατήρησης των αποδεικτικών στοιχείων ανακληθούν ή παύσουν να ισχύουν λόγω πράξης ή παράλειψης του ενάγοντος, ή εάν διαπιστωθεί εκ των υστέρων ότι δεν υπήρξε προσβολή ή απειλή προσβολής του διπλώματος ευρεσιτεχνίας, το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει τον αιτούντα, κατ' αίτηση του εναγομένου, να καταβάλει στον εναγόμενο τη δέουσα αποζημίωση για οποιαδήποτε ζημία που υπέστη εξαιτίας των εν λόγω μέτρων.

Άρθρο 61

Αποφάσεις δέσμευσης

1.   Κατόπιν αιτήματος του αιτούντος με το οποίο παρουσιάζονται ευλόγως διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία προς τεκμηρίωση των ισχυρισμών του περί προσβολής ή επικείμενης προσβολής του διπλώματος ευρεσιτεχνίας, το Δικαστήριο μπορεί, ακόμη και πριν από την εξέταση της αγωγής επί της ουσίας, να διατάξει διάδικο να μην απομακρύνει από τη δικαιοδοσία του οποιαδήποτε υπαγόμενα σε αυτήν περιουσιακά στοιχεία ούτε να πραγματοποιήσει συναλλαγές με οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία, είτε υπάγονται στη δικαιοδοσία του είτε όχι.

2.   Οι παράγραφοι 5 έως 9 του άρθρου 60 ισχύουν κατ’ αναλογία για τα μέτρα του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 62

Ασφαλιστικά και συντηρητικά μέτρα

1.   Το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων κατά του φερομένου ως παραβάτη ή κατά ενδιάμεσου φορέα του οποίου τις υπηρεσίες χρησιμοποιεί, με σκοπό να αποτραπεί επικείμενη προσβολή διπλώματος ευρεσιτεχνίας, να απαγορευθεί προσωρινά η συνέχιση της καταγγελλόμενης προσβολής, ενδεχομένως υπό τον όρο της καταβολής επαναλαμβανόμενου προστίμου, ή να προβλεφθεί ως όρος για τυχόν συνέχισή της η κατάθεση εγγύησης με σκοπό να διασφαλιστεί η αποζημίωση του δικαιούχου.

2.   Το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να σταθμίσει τα συμφέροντα των διαδίκων και, συγκεκριμένα, να λάβει υπόψη την πιθανή ζημία εκάστου των διαδίκων λόγω της έκδοσης ή της άρνησης έκδοσης της διαταγής λήψης ασφαλιστικών μέτρων.

3.   Το Δικαστήριο μπορεί επίσης να διατάξει την κατάσχεση ή την απόδοση των προϊόντων για τα οποία υπάρχουν υπόνοιες ότι προσβάλλουν δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, προκειμένου να εμποδίσει την είσοδο ή την κυκλοφορία τους στο εμπορικό κύκλωμα. Εάν ο ενάγων αποδεικνύει την ύπαρξη περιστάσεων που είναι δυνατόν να θέσουν σε κίνδυνο την καταβολή της αποζημίωσης, το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει τη συντηρητική κατάσχεση της κινητής και ακίνητης περιουσίας του φερόμενου ως παραβάτη, περιλαμβανομένης της δέσμευσης των τραπεζικών του λογαριασμών και των λοιπών περιουσιακών του στοιχείων.

4.   Το Δικαστήριο μπορεί, ως προς τα μέτρα των παραγράφων 1 και 3, να καλέσει τον ενάγονται να προσκομίσει κάθε ευλόγως διαθέσιμο αποδεικτικό στοιχείο προκειμένου να βεβαιωθεί σε ικανοποιητικό βαθμό ότι ο ενάγων είναι ο δικαιούχος και ότι υπάρχει ή επίκειται προσβολή του δικαιώματός του.

5.   Οι παράγραφοι 5 έως 9 του άρθρου 60 ισχύουν κατ’ αναλογία για τα μέτρα του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 63

Μόνιμα απαγορευτικά μέτρα

1.   Όταν εκδοθεί απόφαση που διαπιστώνει προσβολή διπλώματος ευρεσιτεχνίας, το Δικαστήριο μπορεί να απαγορεύσει στον παραβάτη τη συνέχιση της εν λόγω προσβολής στο μέλλον. Το Δικαστήριο μπορεί επίσης να επιβάλει αυτή την απαγόρευση και σε ενδιάμεσο φορέα, οι υπηρεσίες του οποίου χρησιμοποιούνται από τρίτον για την προσβολή διπλώματος ευρεσιτεχνίας.

2.   Η μη συμμόρφωση προς την απαγόρευση της παραγράφου 1 επισύρει, κατά περίπτωση, την καταβολή επαναλαμβανόμενου προστίμου καταβλητέου στο Δικαστήριο.

Άρθρο 64

Διορθωτικά μέτρα στο πλαίσιο διαδικασιών για προσβολή διπλώματος ευρεσιτεχνίας

1.   Με την επιφύλαξη τυχόν αποζημίωσης οφειλόμενης στον ζημιωθέντα λόγω προσβολής του διπλώματος ευρεσιτεχνίας και χωρίς άλλου είδους αποζημίωση, το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει, αιτήσει του ενάγοντος, τη λήψη ενδεδειγμένων μέτρων όσον αφορά προϊόντα που κρίθηκε ότι συνιστούν προσβολή του διπλώματος ευρεσιτεχνίας και, εφόσον απαιτείται, όσον αφορά τα υλικά και εργαλεία που χρησιμοποιήθηκαν κυρίως στη δημιουργία ή την κατασκευή των εν λόγω προϊόντων.

2.   Τα εν λόγω μέτρα περιλαμβάνουν:

α)

δήλωση προσβολής διπλώματος ευρεσιτεχνίας,

β)

απόσυρση των προϊόντων από το εμπορικό κύκλωμα,

γ)

αφαίρεση από το προϊόν της ιδιότητας που συνιστά προσβολή,

δ)

οριστική απομάκρυνση των προϊόντων από το εμπορικό κύκλωμα, ή

ε)

καταστροφή των προϊόντων ή/και των σχετικών υλικών και εργαλείων.

3.   Το Δικαστήριο διατάσσει την εκτέλεση των εν λόγω μέτρων με δαπάνες του παραβάτη, εκτός εάν συνηγορούν ειδικοί λόγοι για το αντίθετο.

4.   Κατά την εξέταση αίτησης για τη λήψη διορθωτικών μέτρων δυνάμει του παρόντος άρθρου, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη την ανάγκη αναλογικότητας μεταξύ της σοβαρότητας της προσβολής και των διατασσόμενων μέτρων αποκατάστασης, την προθυμία του παραβάτη να επαναφέρει τα υλικά σε μορφή η οποία δεν συνιστά προσβολή καθώς και τα συμφέροντα τρίτων.

Άρθρο 65

Απόφαση σχετικά με το κύρος διπλώματος ευρεσιτεχνίας

1.   Το Δικαστήριο αποφασίζει σχετικά με το κύρος διπλώματος ευρεσιτεχνίας βάσει αγωγής ανάκλησης ή ανταγωγής ανάκλησης.

2.   Το Δικαστήριο μπορεί να ανακαλέσει ένα δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, είτε πλήρως είτε εν μέρει, μόνο για τους λόγους που αναφέρονται στα άρθρα 138 παράγραφος 1 και 139 παράγραφος 2 της ΣΕΔΕ.

3.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 138 παράγραφος 3 της ΣΕΔΕ, εάν οι λόγοι ανάκλησης αφορούν μόνον εν μέρει το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, το δίπλωμα περιορίζεται με ανάλογη τροποποίηση των αξιώσεων και ανακαλείται εν μέρει.

4.   Στον βαθμό που ένα δίπλωμα ευρεσιτεχνίας έχει ανακληθεί, θεωρείται ότι δεν είχε εξαρχής τα αποτελέσματα που προσδιορίζονται στα άρθρα 64 και 67 της ΣΕΔΕ.

5.   Εφόσον το Δικαστήριο ανακαλέσει, με οριστική απόφαση, δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, είτε πλήρως είτε εν μέρει, διαβιβάζει αντίγραφο της απόφασης στο Ευρωπαϊκό Γραφείο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας και, εάν πρόκειται για ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, στο εθνικό γραφείο διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας κάθε ενδιαφερόμενου Συμβαλλόμενου Κράτους Μέλους.

Άρθρο 66

Εξουσίες του Δικαστηρίου όσον αφορά αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Γραφείου Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας

1.   Στις αγωγές που ασκούνται δυνάμει του άρθρου 32 παράγραφος 1 στοιχείο θ), το Δικαστήριο μπορεί να ασκεί όλες τις εξουσίες που έχουν ανατεθεί στο Ευρωπαϊκό Γραφείο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας σύμφωνα με το άρθρο 9 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1257/2012, συμπεριλαμβανομένης της διόρθωσης του μητρώου του ενιαίου καθεστώτος προστασίας των ευρεσιτεχνιών.

2.   Στις αγωγές που ασκούνται δυνάμει του άρθρου 32 παράγραφος 1 στοιχείο θ), οι διάδικοι αναλαμβάνουν, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 69, τα δικαστικά τους έξοδα.

Άρθρο 67

Διαταγή κοινοποίησης πληροφοριών

1.   Το Δικαστήριο δύναται, κατόπιν αιτιολογημένης και αναλογικής αίτησης του ενάγοντος και σύμφωνα με τους Κανονισμούς Διαδικασίας, να διατάσσει τον παραβάτη να γνωστοποιεί στον ενάγοντα:

α)

την προέλευση και τα κυκλώματα διανομής των παράνομων προϊόντων ή διαδικασιών,

β)

τις ποσότητες που παρήχθησαν, κατασκευάσθηκαν, παραδόθηκαν, παραλήφθηκαν ή παραγγέλθηκαν καθώς και το τίμημα που εισπράχθηκε για τα εν λόγω προϊόντα, και

γ)

την ταυτότητα οποιουδήποτε τρίτου συμμετέχει στην παραγωγή ή διανομή των παράνομων προϊόντων ή στη χρήση της μεθόδου.

2.   Το Δικαστήριο δύναται, σύμφωνα με τους Κανονισμούς Διαδικασίας, να διατάξει επίσης οποιονδήποτε τρίτο ο οποίος:

α)

διαπιστώθηκε ότι κατείχε, σε εμπορική κλίμακα, παράνομα προϊόντα ή έκανε χρήση, σε εμπορική κλίμακα, της παράνομης μεθόδου,

β)

διαπιστώθηκε ότι, σε εμπορική κλίμακα, παρείχε υπηρεσίες χρησιμοποιούμενες για την προσβολή δικαιώματος, ή

γ)

υποδείχθηκε, από το πρόσωπο που αναφέρεται στα στοιχεία α) ή β), ως εμπλεκόμενο στην παραγωγή, κατασκευή ή διανομή των παράνομων προϊόντων ή μεθόδων ή στην παροχή των υπηρεσιών,

να παράσχει στον ενάγοντα τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

Άρθρο 68

Επιδίκαση αποζημίωσης

1.   Κατόπιν αιτήσεως του ζημιωθέντος, το Δικαστήριο διατάσσει τον παραβάτη ο οποίος, εν γνώσει του ή ενώ όφειλε ευλόγως να γνωρίζει, προέβη σε προσβολή διπλώματος ευρεσιτεχνίας, να καταβάλει στον ζημιωθέντα αποζημίωση αντίστοιχη προς την πραγματική ζημία που αυτός υπέστη εξαιτίας της προσβολής.

2.   Ο ζημιωθείς αποκαθίσταται, κατά το μέτρο του δυνατού, στην κατάσταση στην οποία θα ευρισκόταν εάν δεν είχε διαπραχθεί η προσβολή. Ο παραβάτης δεν πρέπει να αποκομίσει όφελος από την προσβολή. Ωστόσο, η αποζημίωση δεν έχει χαρακτήρα τιμωρίας.

3.   Όταν το Δικαστήριο ορίζει την αποζημίωση:

α)

λαμβάνει υπόψη όλα τα συναφή ζητήματα όπως τις αρνητικές οικονομικές επιπτώσεις, περιλαμβανομένης της απώλειας κερδών, τις οποίες υπέστη ο ζημιωθείς διάδικος και τον τυχόν αδικαιολόγητο πλουτισμό που αποκόμισε ο παραβάτης και, εφόσον ενδείκνυται, άλλα στοιχεία, πέραν των οικονομικών, όπως η ηθική βλάβη που προκάλεσε στον ζημιωθέντα ή προσβολή, ή

β)

εναλλακτικά προς το στοιχείο α), δύναται, εφόσον ενδείκνυται, να καθορίζει την αποζημίωση ως κατ’ αποκοπήν ποσό βάσει στοιχείων όπως τουλάχιστον το ύψος των δικαιωμάτων ή λοιπών αμοιβών που θα οφείλονταν εάν ο παραβάτης είχε ζητήσει την άδεια να χρησιμοποιήσει το επίμαχο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας.

4.   Σε περιπτώσεις κατά τις οποίες ο παραβάτης δεν προέβη στην προσβολή του διπλώματος εν γνώσει του ή ενώ όφειλε ευλόγως να γνωρίζει, το Δικαστήριο δύναται να διατάσσει την απόδοση των κερδών ή την καταβολή αποζημίωσης.

Άρθρο 69

Δικαστικά έξοδα

1.   Τα εύλογα και αναλογικά δικαστικά έξοδα και οι λοιπές δαπάνες στις οποίες υπεβλήθη ο νικήσας διάδικος βαρύνουν κατά κανόνα τον ηττηθέντα διάδικο, εκτός εάν λόγοι επιείκειας επιβάλλουν άλλως, εντός ανωτάτου ορίου που καθορίζεται σύμφωνα με τους Κανονισμούς Διαδικασίας.

2.   Εάν η νίκη διαδίκου είναι μόνο μερική ή οφείλεται σε εξαιρετικές περιστάσεις, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει ισομερή καταμερισμό των δαπανών ή να αναλάβει έκαστος διάδικος τα έξοδά του.

3.   Ο διάδικος βαρύνεται με τυχόν περιττά έξοδα που προξένησε στο Δικαστήριο ή στον έτερο διάδικο.

4.   Το Δικαστήριο δύναται να διατάξει τον ενάγοντα, κατ' αίτησή του εναγομένου, να παράσχει επαρκή ασφάλεια για τα δικαστικά και λοιπά έξοδα του εναγομένου που ενδέχεται να βαρύνουν τον ενάγοντα, ιδίως στις περιπτώσεις των άρθρων 59 έως 62.

Άρθρο 70

Δικαστικά τέλη

1.   Οι διάδικοι καταβάλλουν δικαστικά τέλη.

2.   Τα δικαστικά τέλη προκαταβάλλονται, εκτός εάν ορίζουν διαφορετικά οι Κανονισμοί Διαδικασίας. Ο διάδικος που δεν έχει καταβάλει τα καθορισθέντα δικαστικά τέλη δύναται να αποκλεισθεί από την περαιτέρω συμμετοχή στη διαδικασία.

Άρθρο 71

Ευεργέτημα πενίας

1.   Εάν ο διάδικος που είναι φυσικό πρόσωπο ευρίσκεται σε αδυναμία να ανταποκριθεί στα έξοδα της δίκης, συνολικά ή εν μέρει, μπορεί ανά πάσα στιγμή να ζητήσει τη χορήγηση του ευεργετήματος πενίας. Οι όροι για τη χορήγηση του ευεργετήματος πενίας καθορίζονται στους Κανονισμούς Διαδικασίας.

2.   Το Δικαστήριο αποφασίζει για την πλήρη ή μερική χορήγηση του ευεργετήματος πενίας ή για τη μη χορήγησή του, σύμφωνα με τους Κανονισμούς Διαδικασίας.

3.   Κατόπιν πρότασης του Δικαστηρίου, η Διοικητική Επιτροπή ορίζει το ύψος του ευεργετήματος πενίας και τους κανόνες που διέπουν την επιβάρυνση με τα σχετικά έξοδα.

Άρθρο 72

Προθεσμία παραγραφής

Με την επιφύλαξη του άρθρου 24 παράγραφοι 2 και 3, οι αγωγές σχετικά με κάθε μορφή οικονομικής αποζημίωσης μπορούν να ασκηθούν μέγιστης προθεσμίας πέντε ετών από την ημερομηνία κατά την οποία ο ενάγων έλαβε γνώση ή μπορούσε ευλόγως να λάβει γνώση του τελευταίου περιστατικού που δικαιολογεί την αγωγή.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

Ένδικα μέσα

Άρθρο 73

Έφεση

1.   Έφεση κατά αποφάσεως του Πρωτοδικείου μπορεί να ασκηθεί ενώπιον του Εφετείου από τον πλήρως ή εν μέρει ηττηθέντα διάδικο, εντός δύο μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης της απόφασης.

2.   Έφεση κατά διαταγής του Πρωτοδικείου μπορεί να ασκηθεί ενώπιον του Εφετείου από τον πλήρως ή εν μέρει ηττηθέντα διάδικο:

α)

για τις διαταγές που αναφέρονται στα άρθρα 49 παράγραφος 5, 59 έως 62 και 67 εντός 15 ημερολογιακών ημερών από την κοινοποίηση της διαταγής στον ενάγοντα,

β)

για τις υπόλοιπες διαταγές, εκτός αυτών που αναφέρονται στο στοιχείο α):

(i)

μαζί με το ένδικο μέσο κατά της απόφασης, ή

(ii)

εάν το Δικαστήριο επιτρέψει την άσκηση έφεσης, εντός 15 ημερών από την κοινοποίηση της σχετικής απόφασης του Δικαστηρίου.

3.   Η έφεση κατά αποφάσεως ή διαταγής του Πρωτοδικείου μπορεί να βασίζεται σε νομικά ζητήματα και πραγματικά περιστατικά.

4.   Νέα περιστατικά και νέα αποδεικτικά στοιχεία επιτρέπεται να εισάγονται μόνον σύμφωνα με τους Κανονισμούς Διαδικασίας και εφόσον η υποβολή τους από τον συγκεκριμένο διάδικο δεν ήταν εύλογο να αναμένεται κατά την διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου.

Άρθρο 74

Αποτελέσματα της έφεσης

1.   Η έφεση δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα εκτός εάν αποφασίσει διαφορετικά το Εφετείο κατόπιν αιτιολογημένης αίτησης ενός εκ των διαδίκων. Οι Κανονισμοί Διαδικασίας εξασφαλίζουν ότι η απόφαση αυτή λαμβάνεται αμελλητί.

2.   Παρά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 1, έφεση κατά αποφάσεως επί αγωγής ή ανταγωγής ανάκλησης και αγωγής δυνάμει του άρθρου 32 παράγραφος 1 στοιχείο θ) έχει πάντοτε ανασταλτικό αποτέλεσμα.

3.   Έφεση κατά διαταγής αναφερόμενης στα άρθρα 49 παράγραφος 5, 59 έως 62 ή 67 δεν αναστέλλει τη συνέχιση της κύριας διαδικασίας. Εντούτοις, το Πρωτοδικείο δεν εκδίδει απόφαση στην κύρια διαδικασία πριν από την έκδοση της απόφασης του Εφετείου σχετικά με διαταγή κατά της οποίας έχει ασκηθεί έφεση.

Άρθρο 75

Απόφαση σχετικά με έφεση και αναπομπή

1.   Εάν η έφεση που ασκείται δυνάμει του άρθρου 73 είναι βάσιμη, το Εφετείο ανακαλεί την απόφαση του Πρωτοδικείου και εκδίδει οριστική απόφαση. Το Εφετείο μπορεί σε εξαιρετικές περιστάσεις και σύμφωνα με τους Κανονισμούς Διαδικασίας να αναπέμψει την υπόθεση στο Πρωτοδικείο προς έκδοση απόφασης.

2.   Σε περίπτωση αναπομπής της υπόθεσης σύμφωνα με την παράγραφο 1, το Πρωτοδικείο δεσμεύεται από την απόφαση του Εφετείου ως προς τα νομικά ζητήματα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

Αποφάσεις

Άρθρο 76

Βάση των αποφάσεων και δικαίωμα ακρόασης

1.   Το Δικαστήριο αποφασίζει σύμφωνα με τα αιτήματα των διαδίκων και δεν επιδικάζει περισσότερα από τα ζητούμενα.

2.   Οι αποφάσεις επί της ουσίας μπορούν να βασίζονται μόνο στους λόγους, τα πραγματικά περιστατικά και τα αποδεικτικά στοιχεία που υποβάλλουν οι διάδικοι ή τα οποία εισάγονται στη διαδικασία με διαταγή του Δικαστηρίου και για τα οποία οι διάδικοι είχαν την ευκαιρία να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους.

3.   Το Δικαστήριο αξιολογεί τα αποδεικτικά στοιχεία ελεύθερα αμερόληπτα.

Άρθρο 77

Τυπικές απαιτήσεις

1.   Οι αποφάσεις και διαταγές του Δικαστηρίου είναι αιτιολογημένες και υποβάλλονται γραπτώς σύμφωνα με τους Κανονισμούς Διαδικασίας.

2.   Οι αποφάσεις και διαταγές του Δικαστηρίου εκδίδονται στη γλώσσα της διαδικασίας.

Άρθρο 78

Αποφάσεις του Δικαστηρίου και μειοψηφούσες γνώμες

1.   Οι αποφάσεις και διαταγές του Δικαστηρίου λαμβάνονται κατά πλειοψηφία της σύνθεσης του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τον Οργανισμό του Δικαστηρίου. Σε περίπτωση ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος του προεδρεύοντος δικαστή.

2.   Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, οποιοσδήποτε δικαστής της σύνθεσης του Δικαστηρίου δύναται να διατυπώσει τη μειοψηφούσα γνώμη του χωριστά από την απόφαση του Δικαστηρίου.

Άρθρο 79

Συμβιβασμός

Οι διάδικοι δύνανται, σε κάθε στάδιο της δίκης, να επιλύουν τη διαφορά τους με συμβιβασμό που επικυρώνεται με απόφαση του Δικαστηρίου. Ωστόσο, ένα δίπλωμα δεν ανακαλείται ούτε περιορίζεται μέσω διαδικασίας συμβιβασμού.

Άρθρο 80

Δημοσίευση των αποφάσεων

Το Δικαστήριο δύναται να διατάσσει, κατόπιν αιτήσεως του ενάγοντος και με δαπάνες του παραβάτη, ενδεδειγμένα μέτρα για τη διάδοση πληροφοριών σχετικά με την απόφαση του Δικαστηρίου, μεταξύ άλλων με την ανάρτηση της απόφασης καθώς και την πλήρη ή μερική δημοσίευσή της σε δημόσια μέσα ενημέρωσης.

Άρθρο 81

Επανεκδίκαση

1.   Το Εφετείο μπορεί κατ' εξαίρεση να εγκρίνει αίτηση επανεκδίκασης μετά την έκδοση οριστικής απόφασης του Δικαστηρίου, υπό τις εξής προϋποθέσεις:

α)

εάν ο διάδικος που ζητεί την επανεκδίκαση διαπιστώσει γεγονός που μπορεί να θεωρηθεί ως αποφασιστικός παράγων και το οποίο του ήταν άγνωστο κατά την έκδοση της απόφασης. Η σχετική αίτηση εγκρίνεται μόνον αν βασίζεται σε πράξη που κρίθηκε ότι συνιστά ποινικό αδίκημα με οριστική απόφαση εθνικού δικαστηρίου, ή

β)

σε περίπτωση ουσιώδους διαδικαστικού ελαττώματος, ιδίως εάν δεν είχε επιδοθεί σε εναγόμενο που δεν παρέστη ενώπιον του Δικαστηρίου το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης ή ισοδύναμο έγγραφο εγκαίρως και με τρόπο που να του επιτρέπει να προετοιμάσει την υπεράσπισή του.

2.   Αίτηση επανεκδίκασης υποβάλλεται εντός δέκα ετών από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης αλλά το αργότερο εντός δύο μηνών από την ημερομηνία που ανέκυψε το νέο περιστατικό ή διαπιστώθηκε το διαδικαστικό ελάττωμα. Η αίτηση αυτή δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα εκτός εάν το Εφετείο αποφασίσει άλλως.

3.   Εάν η αίτηση επανεκδίκασης είναι βάσιμη, το Εφετείο ακυρώνει συνολικά ή εν μέρει την υπό εξέταση απόφαση και κινεί εκ νέου τις διαδικασίες για νέα δίκη και απόφαση, σύμφωνα με τους Κανονισμούς Διαδικασίας.

4.   Τα πρόσωπα που χρησιμοποιούν διπλώματα ευρεσιτεχνίας τα οποία αποτελούν το αντικείμενο απόφασης υπό επανεξέταση, εφόσον ενεργούν καλόπιστα, μπορούν να συνεχίσουν να χρησιμοποιούν αυτά τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας.

Άρθρο 82

Εκτέλεση αποφάσεων και διαταγών

1.   Οι αποφάσεις και διαταγές του Δικαστηρίου είναι εκτελεστές σε όλα τα συμβαλλόμενα κράτη μέλη. Η διαταγή εκτέλεσης μιας απόφασης προσαρτάται στην απόφαση του Δικαστηρίου.

2.   Η εκτέλεση απόφασης μπορεί να εξαρτάται κατά περίπτωση από την παροχή ασφάλειας ή ισοδύναμης εγγύησης παροχής αποζημίωσης για οποιαδήποτε προκληθείσα βλάβη, ιδίως σε περίπτωση αγωγών παραλείψεως.

3.   Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρούσας Συμφωνίας και του Οργανισμού, οι διαδικασίες εκτέλεσης διέπονται από το δίκαιο του Συμβαλλόμενου Κράτους Μέλους όπου πραγματοποιείται η εκτέλεση. Κάθε απόφαση του Δικαστηρίου εκτελείται υπό τις ίδιες προϋποθέσεις με απόφαση εκδοθείσα στο Συμβαλλόμενο Κράτος Μέλος όπου πραγματοποιείται η εκτέλεση.

4.   Εάν ένας διάδικος δεν συμμορφώνεται με διαταγή του Δικαστηρίου, μπορεί να τιμωρείται με επαναλαμβανόμενη χρηματική ποινή πληρωτέα στο Δικαστήριο. Η ατομική κύρωση είναι αναλογική προς τη σημασία της εκτελεστέας διαταγής και δεν θίγει το δικαίωμα του διαδίκου να ζητήσει αποζημίωση ή εγγύηση.

ΜΕΡΟΣ IV

ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 83

Μεταβατικό καθεστώς

1.   Κατά τη διάρκεια μεταβατικής περιόδου επτά ετών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας Συμφωνίας, μπορεί να ασκείται αγωγή για την προσβολή ή την ανάκληση ευρωπαϊκού διπλώματος ευρεσιτεχνίας ή αγωγή για την προσβολή ή την κήρυξη ακυρότητας συμπληρωματικού πιστοποιητικού προστασίας που εκδίδεται για προϊόν το οποίο προστατεύεται από ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων ή άλλων αρμόδιων εθνικών αρχών.

2.   Οι αγωγές που εκκρεμούν ενώπιον εθνικού δικαστηρίου κατά το πέρας της μεταβατικής περιόδου δεν επηρεάζονται από την εκπνοή της εν λόγω περιόδου.

3.   Εκτός εάν έχει ήδη ασκηθεί αγωγή ενώπιον του Δικαστηρίου, οι δικαιούχοι ευρωπαϊκών διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας ή οι αιτούντες ευρωπαϊκά διπλώματα ευρεσιτεχνίας που χορηγήθηκαν ή ζητήθηκαν πριν από τη λήξη της μεταβατικής περιόδου σύμφωνα με την παράγραφο 1, και, κατά περίπτωση, την παράγραφο 5, καθώς και οι κάτοχοι συμπληρωματικών πιστοποιητικών προστασίας που έχουν εκδοθεί για προϊόντα τα οποία προστατεύονται με ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, έχουν τη δυνατότητα να εξαιρούνται από την αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου. Προς το σκοπό αυτό, κοινοποιούν την εξαίρεσή τους στη Γραμματεία το αργότερο ένα μήνα πριν από τη λήξη της μεταβατικής περιόδου. Η εξαίρεση ισχύει από την καταχώρισή της στο αρχείο της Γραμματείας.

4.   Εκτός εάν έχει ήδη ασκηθεί αγωγή ενώπιον εθνικού δικαστηρίου, οι δικαιούχοι ευρωπαϊκών διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας ή οι αιτούντες ευρωπαϊκά διπλώματα ευρεσιτεχνίας ή οι κάτοχοι συμπληρωματικών πιστοποιητικών προστασίας που έχουν εκδοθεί για προϊόν το οποίο προστατεύεται με ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας οι οποίοι έχουν χρησιμοποιήσει τη δυνατότητα εξαίρεσης σύμφωνα με την παράγραφο 3 έχουν δικαίωμα να την ανακαλέσουν ανά πάσα στιγμή. Εν τοιαύτη περιπτώσει, ενημερώνουν τη Γραμματεία αναλόγως. Η ανάκληση της εξαίρεσης ισχύει από την καταχώρισή της στο αρχείο της Γραμματείας.

5.   Πέντε έτη μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας Συμφωνίας, η Διοικητική Επιτροπή διεξάγει ευρεία διαβούλευση με τους χρήστες του συστήματος διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και έρευνα αναφορικά με τον αριθμό των ευρωπαϊκών διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και των συμπληρωματικών πιστοποιητικών προστασίας που έχουν εκδοθεί για προϊόντα τα οποία προστατεύονται με ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας σε σχέση με το ποιες αγωγές εξακολουθούν να ασκούνται για προσβολή ή ανάκληση ή κήρυξη ακυρότητας ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων σύμφωνα με την παράγραφο 1, τους λόγους και τις επιπτώσεις αυτού του φαινομένου. Βάσει αυτής της διαβούλευσης και σχετικής γνωμοδότησης του Δικαστηρίου, η Διοικητική Επιτροπή δύναται να αποφασίσει να παρατείνει τη μεταβατική περίοδο κατά επτά έτη το πολύ.

ΜΕΡΟΣ V

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 84

Υπογραφή, επικύρωση και προσχώρηση

1.   Η παρούσα Συμφωνία θα ανοίξει προς υπογραφή από κάθε κράτος μέλος στις 19 Φεβρουαρίου 2013.

2.   Η παρούσα Συμφωνία υπόκειται σε επικύρωση σύμφωνα με τους αντίστοιχους συνταγματικούς κανόνες των κρατών μελών. Τα έγγραφα επικύρωσης κατατίθενται στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής «θεματοφύλακα»).

3.   Κάθε κράτος μέλος το οποίο υπέγραψε την παρούσα Συμφωνία ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την υπ' αυτού επικύρωσή της κατά τη στιγμή της κατάθεσης του οικείου εγγράφου σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1257/2012.

4.   Η παρούσα Συμφωνία είναι ανοικτή προς προσχώρηση από κάθε κράτος μέλος. Τα έγγραφα προσχώρησης κατατίθενται στον θεματοφύλακα.

Άρθρο 85

Καθήκοντα του θεματοφύλακα

1.   Ο θεματοφύλακας καταρτίζει επικυρωμένα αντίγραφα της παρούσας Συμφωνίας και τα διαβιβάζει στις κυβερνήσεις των υπογραφόντων ή προσχωρούντων κρατών μελών.

2.   Ο θεματοφύλακας κοινοποιεί στις κυβερνήσεις των υπογραφόντων ή προσχωρούντων κρατών μελών:

α)

κάθε υπογραφή,

β)

την κατάθεση οιουδήποτε εγγράφου επικύρωσης ή προσχώρησης,

γ)

την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας Συμφωνίας.

3.   Ο θεματοφύλακας ζητεί την καταχώριση της παρούσας Συμφωνίας στη Γραμματεία του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών.

Άρθρο 86

Διάρκεια της Συμφωνίας

Η παρούσα Συμφωνία είναι απεριόριστης διάρκειας.

Άρθρο 87

Επανεξέταση

1.   Είτε επτά έτη από την έναρξη ισχύος της παρούσας Συμφωνίας είτε αφού το Δικαστήριο αποφανθεί επί 2.000 υποθέσεων προσβολής (ανάλογα με το ποια ημερομηνία είναι μεταγενέστερη), και, εφόσον απαιτείται, κατά τακτά διαστήματα στη συνέχεια, η Διοικητική Επιτροπή διεξάγει ευρεία διαβούλευση με τους χρήστες του συστήματος διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας για τη λειτουργία, αποτελεσματικότητα και αποδοτικότητα σε σχέση με το κόστος του Δικαστηρίου και την εμπιστοσύνη των χρηστών του συστήματος διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας στην ποιότητα των αποφάσεων του Δικαστηρίου. Βάσει αυτής της διαβούλευσης και σχετικής γνωμοδότησης του Δικαστηρίου, η Διοικητική Επιτροπή δύναται να αποφασίσει να επανεξετάσει την παρούσα Συμφωνία προκειμένου να βελτιωθεί η λειτουργία του Δικαστηρίου.

2.   Η Διοικητική Επιτροπή μπορεί να τροποποιήσει την παρούσα Συμφωνία προκειμένου να την ευθυγραμμίσει με διεθνή συμφωνία περί διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας ή με το δίκαιο της Ένωσης.

3.   Μια απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής η οποία έχει ληφθεί βάσει των παραγράφων 1 και 2 δεν ισχύει, εάν ένα Συμβαλλόμενο Κράτος Μέλος δηλώσει εντός δώδεκα μηνών από την ημερομηνία της απόφασης, βάσει των εσωτερικών του διαδικασιών για τη λήψη αποφάσεων, ότι δεν επιθυμεί να δεσμεύεται από την απόφαση. Εν τοιαύτη περιπτώσει, συγκαλείται διάσκεψη αναθεώρησης των Συμβαλλόμενων Κρατών Μελών.

Άρθρο 88

Γλώσσες της Συμφωνίας

1.   Η παρούσα Συμφωνία συντάσσεται σε ένα και μόνο αντίτυπο στην αγγλική, γαλλική και γερμανική γλώσσα. Όλα τα κείμενα είναι εξίσου αυθεντικά.

2.   Τα κείμενα της παρούσας Συμφωνίας τα οποία συντάσσονται σε επίσημες γλώσσες των Συμβαλλόμενων Κρατών Μελών πλην όσων προβλέπονται στην παράγραφο 1, θεωρούνται επίσημα, εφόσον εγκριθούν από τη Διοικητική Επιτροπή. Σε περίπτωση απόκλισης των διαφόρων κειμένων, υπερισχύουν τα κείμενα της παραγράφου 1.

Άρθρο 89

Έναρξη ισχύος

1.   Η παρούσα Συμφωνία τίθεται σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2014 ή την πρώτη ημέρα του τέταρτου μήνα από την κατάθεση του δέκατου τρίτου εγγράφου επικύρωσης ή προσχώρησης σύμφωνα με το άρθρο 84, συμπεριλαμβανομένων των τριών κρατών μελών τα οποία είχαν το μεγαλύτερο αριθμό ευρωπαϊκών διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας εν ισχύι κατά το έτος πριν από το έτος υπογραφής της Συμφωνίας ή την πρώτη ημέρα του τέταρτου μήνα από την έναρξη ισχύος των τροποποιήσεων του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1215/2012 όσον αφορά τη σχέση του με την παρούσα Συμφωνία, ανάλογα με το ποια ημερομηνία είναι μεταγενέστερη.

2.   Οποιαδήποτε επικύρωση ή προσχώρηση μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας Συμφωνίας ισχύει από την πρώτη ημέρα του τέταρτου μήνα μετά την κατάθεση του εγγράφου επικύρωσης ή προσχώρησης.

Σε πίστωση των ανωτέρω, οι υπογράφοντες, δεόντως εξουσιοδοτημένοι, υπέγραψαν την παρούσα Συμφωνία.

Συνήφθη στις Βρυξέλλες, στις 19 Φεβρουαρίου 2013, στην αγγλική, γαλλική και γερμανική γλώσσα (και τα τρία κείμενα είναι εξίσου αυθεντικά), σε ένα μόνο αντίτυπο το οποίο κατατίθεται στο αρχείο της Γενικής Γραμματείας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Voor het Koninkrijk België

Pour le Royaume de Belgique

Für das Königreich Belgien

For the Kingdom of Belgium

Image

За Република България

Für die Republik Bulgarien

For the Republic of Bulgaria

Pour la République de Bulgarie

Image

Za Českou republiku

Für die Tschechische Republik

For the Czech Republic

Pour la République tchèque

Image

For Kongeriget Danmark

Für das Königreich Dänemark

For the Kingdom of Denmark

Pour le Royaume du Danemark

Image

Für die Bundesrepublik Deutschland

For the Federal Republic of Germany

Pour la République fédérale d'Allemagne

Image

Image

Eesti Vabariigi nimel

Für die Republik Estland

For the Republic of Estonia

Pour la République d'Estonie

Image

Thar cheann Na hÉireann

For Ireland

Für Irland

Pour l'Irlande

Image

Για την Ελληνική Δημοκρατία

Für die Hellenische Republik

For the Hellenic Republic

Pour la République hellénique

Image

Pour la République française

Für die Französische Republik

For the French Republic

Image

Per la Repubblica italiana

Für die Italienische Republik

For the Italian Republic

Pour la République italienne

Image

Για την Κυπριακή Δημοκρατία

Für die Republik Zypern

For the Republic of Cyprus

Pour la République de Chypre

Image

Latvijas Republikas vārdā –

Für die Republik Lettland

For the Republic of Latvia

Pour la République de Lettonie

Image

Lietuvos Respublikos vardu

Für die Republik Litauen

For the Republic of Lithuania

Pour la République de Lituanie

Image

Pour le Grand-Duché de Luxembourg

Für das Grossherzogtum Luxemburg

For the Grand Duchy of Luxembourg

Image

Magyarország részéről

Für Ungarn

For Hungary

Pour la Hongrie

Image

Għal Malta

Für Malta

For Malta

Pour Malte

Image

Voor het Koninkrijk der Nederlanden

Für das Königreich der Niederlande

For the Kingdom of the Netherlands

Pour le Royaume des Pays-Bas

Image

Für die Republik Österreich

For the Republic of Austria

Pour la République d'Autriche

Image

Pela República Portuguesa

Für die Portugiesische Republik

For the Portuguese Republic

Pour la République portugaise

Image

Pentru România

Für Rumänien

For Romania

Pour la Roumanie

Image

Za Republiko Slovenijo

Für die Republik Slowenien

For the Republic of Slovenia

Pour la République de Slovénie

Image

Za Slovenskú republiku

Für die Slowakische Republik

For the Slovak Republic

Pour la République slovaque

Image

Suomen tasavallan puolesta

För Republiken Finland

Für die Republik Finnland

For the Republic of Finland

Pour la République de Finlande

Image

För Konungariket Sverige

Für das Königreich Schweden

For the Kingdom of Sweden

Pour le Royaume de Suède

Image

For the United Kingdom of Great Britain and Northern Ireland

Für das Vereinigte Königreich-Grossbritannien und Nordirland

Pour le Royaume-Uni-de Grande-Bretagne et d'Irlande du Nord

Image


(1)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1257/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2012, για τη θέσπιση ενισχυμένης συνεργασίας στον τομέα της δημιουργίας ενιαίου καθεστώτος προστασίας των ευρεσιτεχνιών (ΕΕ L 361 της 31.12.2012, σ. 1) συμπεριλαμβανομένων τυχόν μεταγενέστερων τροποποιήσεων.

(2)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2012, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ L 351 της 20.12.2012, σ. 1), συμπεριλαμβανομένων τυχόν μεταγενέστερων τροποποιήσεων.

(3)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 469/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Μαΐου 2009, σχετικά με την καθιέρωση συμπληρωματικού πιστοποιητικού προστασίας για τα φάρμακα (ΕΕ L 152 της 16.6.2009, σ. 1), συμπεριλαμβανομένων τυχόν μεταγενέστερων τροποποιήσεων.

(4)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1610/96 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1996, σχετικά με την καθιέρωση συμπληρωματικού πιστοποιητικού προστασίας για τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα (ΕΕ L 198 της 8.8.1996, σ. 30), συμπεριλαμβανομένων τυχόν μεταγενέστερων τροποποιήσεων.

(5)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 2008, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη Ι) (ΕΕ L 177 της 4.7.2008, σ. 6) συμπεριλαμβανομένων τυχόν μεταγενέστερων τροποποιήσεων.

(6)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 864/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2007, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές (Ρώμη ΙΙ) (ΕΕ L 199 της 31.7.2007, σ. 40) συμπεριλαμβανομένων τυχόν μεταγενέστερων τροποποιήσεων.

(7)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1260/2012 του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2012, για τη θέσπιση ενισχυμένης συνεργασίας στον τομέα της δημιουργίας ενιαίου καθεστώτος προστασίας των ευρεσιτεχνιών σε σχέση με τις εφαρμοστέες μεταφραστικές ρυθμίσεις (ΕΕ L 361 της 31.12.2012, σ. 89) συμπεριλαμβανομένων τυχόν μεταγενέστερων τροποποιήσεων.

(8)  Οδηγία 2001/82/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Νοεμβρίου 2001, περί κοινοτικού κώδικος για τα κτηνιατρικά φάρμακα (ΕΕ L 311 της 28.11.2001, σ. 1).

(9)  Οδηγία 2001/83/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Νοεμβρίου 2001, περί κοινοτικού κώδικος για τα φάρμακα που προορίζονται για ανθρώπινη χρήση (ΕΕ L 311 της 28.11.2001, σ. 67).

(10)  Διεθνής Οργάνωση Πολιτικής Αεροπορίας (ICAO), «Σύμβαση του Σικάγου», έγγραφο 7300/9 (9η έκδοση, 2006).

(11)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2100/94 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1994, για τα κοινοτικά δικαιώματα επί φυτικών ποικιλιών (ΕΕ L 227 της 1.9.1994, σ. 1) συμπεριλαμβανομένων μεταγενέστερων τροποποιήσεων.

(12)  Οδηγία 2009/24/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, για τη νομική προστασία των προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών (ΕΕ L 111 της 5.5.2009, σ. 16).

(13)  Οδηγία 98/44/ΕΚ το Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Ιουλίου 1998, για την έννομη προστασία των βιοτεχνολογικών εφευρέσεων (ΕΕ L 213 της 30.7.1998, σ. 13).

(14)  Συμφωνία για τη δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αστικών και εμπορικών δικαστικών αποφάσεων, η οποία συνάφθηκε στο Λουγκάνο στις 30 Οκτωβρίου 2007, συμπεριλαμβανομένων μεταγενέστερων τροποποιήσεων.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι

ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΝΙΑΙΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΙΠΛΩΜΑΤΩΝ ΕΥΡΕΣΙΤΕΧΝΙΑΣ

Άρθρο 1

Πεδίο εφαρμογής του Οργανισμού

Ο παρών Οργανισμός περιέχει θεσμικές και δημοσιονομικές ρυθμίσεις για το Ενιαίο Δικαστήριο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας, όπως ορίζεται βάσει του άρθρου 1 της Συμφωνίας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΔΙΚΑΣΤΕΣ

Άρθρο 2

Κριτήρια επιλογής των δικαστών

1.   Ως δικαστής μπορεί να διορισθεί κάθε υπήκοος Συμβαλλόμενου Κράτους Μέλους εφόσον πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 15 της Συμφωνίας και στον παρόντα Οργανισμό.

2.   Οι δικαστές έχουν καλή γνώση τουλάχιστον μίας επίσημης γλώσσας του Ευρωπαϊκού Γραφείου Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας.

3.   Η εμπειρία επίλυσης διαφορών διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας η οποία πρέπει να αποδεικνύεται για το διορισμό, σύμφωνα με το άρθρο 15 (1) της Συμφωνίας μπορεί να αποκτηθεί με την εκπαίδευση σύμφωνα με το άρθρο 11 (4) (α) του παρόντος Οργανισμού.

Άρθρο 3

Διορισμός των δικαστών

1.   Οι δικαστές διορίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 16 της Συμφωνίας.

2.   Οι κενές θέσεις δημοσιοποιούνται, με ένδειξη των σχετικών κριτηρίων επιλογής, σύμφωνα με το άρθρο 2. Η Συμβουλευτική Επιτροπή διατυπώνει γνώμη όσον αφορά την επάρκεια των υποψηφίων για την άσκηση των καθηκόντων δικαστή του Δικαστηρίου. Η γνώμη περιλαμβάνει κατάλογο των καταλληλότερων υποψηφίων. Ο κατάλογος περιλαμβάνει τουλάχιστον διπλάσιους υποψηφίους από τις κενές θέσεις. Όταν απαιτείται, η Συμβουλευτική Επιτροπή μπορεί να προτείνει, πριν από τη λήψη απόφασης για το διορισμό, την εκπαίδευση υποψήφιου δικαστή σχετικά με την επίλυση διαφορών σε θέματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, σύμφωνα με το άρθρο 11(4)(α).

3.   Κατά το διορισμό των δικαστών, η Διοικητική Επιτροπή εξασφαλίζει την καλύτερη νομική και τεχνική γνώση και ισορροπημένη σύνθεση του Δικαστηρίου σε όσο το δυνατόν ευρύτερη γεωγραφική βάση μεταξύ των υπηκόων των Συμβαλλόμενων Κρατών Μελών.

4.   Η Διοικητική Επιτροπή διορίζει όσους δικαστές απαιτούνται για την ομαλή λειτουργία του Δικαστηρίου. Η Διοικητική Επιτροπή διορίζει αρχικά τον αναγκαίο αριθμό δικαστών για τη συγκρότηση τουλάχιστον μίας σύνθεσης σε καθένα από τα τμήματα του Πρωτοδικείου και τουλάχιστον δύο συνθέσεων στο Εφετείο.

5.   Στην απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής περί διορισμού δικαστών με νομική εξειδίκευση υπό καθεστώς πλήρους ή μερικής απασχόλησης και δικαστών με τεχνική εξειδίκευση υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης ορίζεται ο βαθμός δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου ή/και το τμήμα του Πρωτοδικείου όπου τοποθετείται κάθε δικαστής καθώς και ο/οι τομέας(είς) τεχνολογίας τους οποίους καλύπτει ένας δικαστής με τεχνική εξειδίκευση.

6.   Οι δικαστές με τεχνική εξειδίκευση που ασκούν τα καθήκοντά τους υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης διορίζονται ως δικαστές του Δικαστηρίου και κατατάσσονται στην Ομάδα Δικαστών βάσει των ειδικών προσόντων και της πείρας τους. Κατά το διορισμό των δικαστών αυτών του Δικαστηρίου εξασφαλίζεται ότι καλύπτονται όλοι οι τομείς τεχνολογίας.

Άρθρο 4

Διάρκεια της θητείας των δικαστών

1.   Οι δικαστές διορίζονται για θητεία έξι ετών, αρχής γενομένης από την ημερομηνία που ορίζεται στην πράξη διορισμού. Δύνανται να διοριστούν εκ νέου.

2.   Εάν η πράξη διορισμού δεν ορίζει ημερομηνία, η διάρκεια της θητείας αρχίζει από την ημερομηνία της πράξης διορισμού.

Άρθρο 5

Διορισμός των μελών της Συμβουλευτικής Επιτροπής

1.   Κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος Μέλος προτείνει ένα μέλος της Συμβουλευτικής Επιτροπής το οποίο πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 14 παράγραφος 2 της Συμφωνίας.

2.   Τα μέλη της Συμβουλευτικής Επιτροπής διορίζονται από τη Διοικητική Επιτροπή με κοινή συμφωνία.

Άρθρο 6

Όρκος

Οι δικαστές, πριν αναλάβουν τα καθήκοντά τους, ορκίζονται ενώπιον του Δικαστηρίου, σε δημόσια συνεδρίαση, ότι θα ασκούν τα καθήκοντά τους με αμεροληψία και ευσυνειδησία και ότι θα διαφυλάσσουν το απόρρητο των διασκέψεων του Δικαστηρίου.

Άρθρο 7

Αμεροληψία

1.   Αμέσως μετά την ορκωμοσία, οι δικαστές υπογράφουν δήλωση με την οποία αναλαμβάνουν επίσημα τη δέσμευση να τηρούν, κατά τη διάρκεια της άσκησης των καθηκόντων τους και μετά τη λήξη αυτών, τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το λειτούργημά τους και, ιδίως, μετά τη λήξη της θητείας τους, το καθήκον της εντιμότητας και της διακριτικότητας όσον αφορά την αποδοχή ορισμένων θέσεων ή ωφελημάτων.

2.   Οι δικαστές δεν μπορούν να μετέχουν στην εκδίκαση υπόθεσης στην οποία:

α)

μετείχαν ως σύμβουλοι,

β)

υπήρξαν διάδικοι ή ενήργησαν εξ ονόματος διαδίκου,

γ)

κλήθηκαν να αποφανθούν ως μέλη δικαστηρίου, δευτεροβάθμιου οργάνου, οργάνου διαιτησίας ή μεσολάβησης, εξεταστικής επιτροπής ή με οποιαδήποτε άλλη ιδιότητα,

δ)

έχουν προσωπικό ή οικονομικό συμφέρον στην υπόθεση ή σε σχέση με διάδικο, ή

ε)

συνδέονται με διάδικο ή εκπρόσωπο των διαδίκων με οικογενειακούς δεσμούς.

3.   Εάν οποιοσδήποτε δικαστής κρίνει ότι δεν πρέπει, για ειδικό λόγο, να μετάσχει στην εκδίκαση ή την εξέταση ορισμένης υπόθεσης, ενημερώνει σχετικά τον πρόεδρο του Εφετείου ή, στην περίπτωση δικαστών του Πρωτοδικείου, τον πρόεδρο του Πρωτοδικείου. Εάν ο πρόεδρος του Εφετείου ή, στην περίπτωση δικαστών του Πρωτοδικείου, ο πρόεδρος του Πρωτοδικείου κρίνει ότι ένας δικαστής δεν πρέπει, για ειδικό λόγο, να μετάσχει στην εκδίκαση ή να διατυπώσει προτάσεις σε ορισμένη υπόθεση, το αιτιολογεί εγγράφως και ενημερώνει σχετικά τον συγκεκριμένο δικαστή.

4.   Οποιοσδήποτε διάδικος μπορεί να ζητήσει την εξαίρεση δικαστή από την εκδίκαση της υπόθεσης για οποιονδήποτε από τους λόγους της παραγράφου 2 ή εάν υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι ο δικαστής μεροληπτεί.

5.   Σε περίπτωση δυσχέρειας κατά την εφαρμογή του παρόντος άρθρου αποφασίζει το Προεδρείο, σύμφωνα με τους Κανονισμούς Διαδικασίας. Ο συγκεκριμένος δικαστής καλείται σε ακρόαση, αλλά δεν μετέχει στις διασκέψεις.

Άρθρο 8

Ετεροδικία των δικαστών

1.   Οι δικαστές απολαύουν ετεροδικίας έναντι νομικών διαδικασιών. Μετά τη λήξη της θητείας τους, εξακολουθούν να απολαύουν ετεροδικίας όσον αφορά τις πράξεις τους υπό την επίσημη ιδιότητά τους.

2.   Το Προεδρείο δύναται να άρει την ετεροδικία.

3.   Εάν μετά την άρση της ασυλίας ασκηθεί κατά δικαστού ποινική δίωξη, ο δικαστής αυτός δύναται να δικαστεί σε οποιοδήποτε Συμβαλλόμενο Κράτος Μέλος μόνο από το δικαστήριο το οποίο δικάζει τα μέλη της ανώτατης εθνικής δικαστικής αρχής.

4.   Το Πρωτόκολλο περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης εφαρμόζεται επί των δικαστών του Δικαστηρίου, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων περί ετεροδικίας των δικαστών έναντι νομικών διαδικασιών, που θεσπίζει ο παρών Οργανισμός.

Άρθρο 9

Λήξη των καθηκόντων

1.   Εκτός από την αντικατάσταση δικαστή μετά τη λήξη της θητείας του κατά το άρθρο 4 ή περίπτωση θανάτου, τα καθήκοντα ενός δικαστή λήγουν με την παραίτησή του.

2.   Σε περίπτωση παραίτησης ενός δικαστή, η επιστολή παραίτησής του απευθύνεται στον πρόεδρο του Εφετείου ή, στην περίπτωση μελών του Πρωτοδικείου, στον πρόεδρο του Πρωτοδικείου για να διαβιβασθεί στον πρόεδρο της διοικητικής επιτροπής.

3.   Εκτός από τις περιπτώσεις εφαρμόζεται το άρθρο 10, ένας δικαστής συνεχίζει να ασκεί τα καθήκοντά του μέχρι διάδοχος του συγκεκριμένου δικαστή καταλαμβάνει καθηκόντων του.

4.   Οι τυχόν κενές θέσεις πληρούνται με το διορισμό νέου δικαστή για το υπόλοιπο της θητείας του προκατόχου του.

Άρθρο 10

Απαλλαγή από τα καθήκοντα

1.   Ένας δικαστής μπορεί να απαλλάσσεται των καθηκόντων του ή να κηρύσσεται έκπτωτος άλλων πλεονεκτημάτων, μόνον εάν το Προεδρείο αποφασίσει ότι δεν πληροί πλέον τις αναγκαίες προϋποθέσεις ή ότι δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το αξίωμά του. Ο συγκεκριμένος δικαστής καλείται σε ακρόαση, αλλά δεν μετέχει στις διασκέψεις.

2.   Ο γραμματέας του Δικαστηρίου γνωστοποιεί την απόφαση αυτή στον πρόεδρο της Διοικητικής Επιτροπής.

3.   Σε περίπτωση απόφασης που απαλλάσσει τον δικαστή των καθηκόντων του, η θέση καθίσταται κενή με αυτή τη γνωστοποίηση.

Άρθρο 11

Εκπαίδευση

1.   Προβλέπεται κατάλληλη και τακτική εκπαίδευση των δικαστών εντός του εκπαιδευτικού πλαισίου που θεσπίζεται με το άρθρο 19 της συμφωνίας. Το Προεδρείο εγκρίνει κανονισμό εκπαίδευσης που εξασφαλίζει την εφαρμογή και τη γενική συνοχή του πλαισίου εκπαίδευσης.

2.   Το πλαίσιο εκπαίδευσης παρέχει μέσο για την ανταλλαγή εμπειρογνωμοσύνης και φόρουμ συζήτησης, ιδίως με:

α)

διοργάνωση μαθημάτων, ομιλιών, σεμιναρίων, εργαστηρίων και συμποσίων,

β)

συνεργασία με διεθνείς οργανισμούς και εκπαιδευτικά ιδρύματα στο πεδίο της διανοητικής ιδιοκτησίας, και

γ)

προώθηση και στήριξη της επαγγελματικής επιμόρφωσης.

3.   Καταρτίζονται ετήσιο πρόγραμμα εργασιών και κατευθυντήριες γραμμές για την εκπαίδευση που περιλαμβάνουν, για κάθε δικαστή, ετήσιο σχέδιο εκπαίδευσης με προσδιορισμό των βασικών εκπαιδευτικών αναγκών του σύμφωνα με τον κανονισμό εκπαίδευσης.

4.   Επιπλέον, το πλαίσιο εκπαίδευσης:

α)

εξασφαλίζει κατάλληλη εκπαίδευση για τους υποψήφιους και τους νεοδιορισθέντες δικαστές του Δικαστηρίου,

β)

στηρίζει σχέδια με στόχο τη διευκόλυνση της συνεργασίας μεταξύ νομικών εκπροσώπων, συμβούλων για θέματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και του Δικαστηρίου.

Άρθρο 12

Αποζημίωση

Η Διοικητική Επιτροπή ορίζει την αποζημίωση του προέδρου του Εφετείου, του προέδρου του Πρωτοδικείου, των δικαστών, του γραμματέα, του αναπληρωτή γραμματέα και του προσωπικού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ

ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΤΜΗΜΑ 1

Κοινές διατάξεις

Άρθρο 13

Πρόεδρος του Εφετείου

1.   Οι δικαστές του Εφετείου εκλέγουν μεταξύ τους τον πρόεδρο του Εφετείου, για περίοδο τριών ετών. Ο πρόεδρος του Εφετείου δύναται να επανεκλεγεί δύο φορές.

2.   Ο πρόεδρος του Εφετείου εκλέγεται με μυστική ψηφοφορία. Εκλέγεται ο δικαστής που συγκεντρώνει την απόλυτη πλειοψηφία. Εάν κανείς από τους δικαστές δεν συγκεντρώνει την απόλυτη πλειοψηφία, διεξάγεται δεύτερη ψηφοφορία και εκλέγεται ο δικαστής που συγκεντρώνει τις περισσότερες ψήφους.

3.   Ο πρόεδρος του Εφετείου είναι υπεύθυνος για τις δικαστικές δραστηριότητες και τη διοίκηση του Εφετείου, ενώ προεδρεύει της ολομέλειας του Εφετείου.

4.   Εάν κενωθεί η θέση του προέδρου του Εφετείου πριν από τη λήξη της θητείας του, εκλέγεται αντικαταστάτης για το υπόλοιπο της θητείας.

Άρθρο 14

Πρόεδρος του Πρωτοδικείου

1.   Οι δικαστές του Πρωτοδικείου που ασκούν τα καθήκοντά τους υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης εκλέγουν μεταξύ τους τον πρόεδρο του Πρωτοδικείου, για περίοδο τριών ετών. Ο πρόεδρος του Πρωτοδικείου δύναται να επανεκλεγεί δύο φορές.

2.   Ο πρώτος πρόεδρος του Πρωτοδικείου θα είναι υπήκοος του Συμβαλλόμενου Κράτους Μέλους στο οποίο βρίσκεται η έδρα του κεντρικού τμήματος.

3.   Ο πρόεδρος του Πρωτοδικείου είναι υπεύθυνος για τις δικαστικές δραστηριότητες και τη διοίκηση του Πρωτοδικείου.

4.   Το άρθρο 13 παράγραφοι 2 και 4 εφαρμόζεται κατ' αναλογία στον πρόεδρο του Πρωτοδικείου.

Άρθρο 15

Προεδρείο

1.   Το Προεδρείο αποτελείται από τον πρόεδρο του Εφετείου, ο οποίος προεδρεύει, τον πρόεδρο του Πρωτοδικείου, δύο δικαστές του Εφετείου που εκλέγονται μεταξύ των συναδέλφων τους, τρεις δικαστές του Πρωτοδικείου υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης οι οποίοι εκλέγονται μεταξύ των συναδέλφων τους και τον γραμματέα ο οποίος δεν έχει δικαίωμα ψήφου.

2.   Το Προεδρείο ασκεί τα καθήκοντά του σύμφωνα με τον παρόντα Οργανισμό. Δύναται, με την επιφύλαξη της ευθύνης του, να αναθέτει ορισμένα καθήκοντα σε ένα από τα μέλη του.

3.   Το Προεδρείο είναι αρμόδιο για τη διαχείριση του Δικαστηρίου και ασχολείται με τα εξής:

α)

συντάσσει προτάσεις για την τροποποίηση των Κανονισμών Διαδικασίας, σύμφωνα με το άρθρο 41 της Συμφωνίας και προτάσεις σχετικά με το Δημοσιονομικούς Κανονισμούς του Δικαστηρίου,

β)

προετοιμάζει τον ετήσιο προϋπολογισμό, τους ετήσιους λογαριασμούς και την ετήσια έκθεση του Δικαστηρίου και τους υποβάλλει στην Επιτροπή Προϋπολογισμού,

γ)

καταρτίζει κατευθυντήριες γραμμές για το πρόγραμμα εκπαίδευσης των δικαστών και εποπτεύει την εφαρμογή του,

δ)

λαμβάνει αποφάσεις σχετικά με το διορισμό και την απαλλαγή του Γραμματέα και του Αναπληρωτή Γραμματέα από τα καθήκοντά του,

ε)

ορίζει τους κανόνες που διέπουν τη Γραμματεία, περιλαμβανομένων των υπογραμματειών της,

στ)

διατυπώνει γνώμη σύμφωνα με το άρθρο 83 παράγραφος 5 της Συμφωνίας.

4.   Οι αποφάσεις του Προεδρείου που προβλέπονται στα άρθρα 7, 8, 10 και 22 λαμβάνονται χωρίς τη συμμετοχή του Γραμματέα.

5.   Το Προεδρείο μπορεί να λαμβάνει έγκυρες αποφάσεις μόνο όταν όλα τα μέλη παρίστανται ή εκπροσωπούνται δεόντως. Οι αποφάσεις λαμβάνονται κατά πλειοψηφία.

Άρθρο 16

Προσωπικό

1.   Οι υπάλληλοι και το λοιπό προσωπικό του Δικαστηρίου επικουρούν τον Πρόεδρο του Εφετείου, τον Πρόεδρο του Πρωτοδικείου, τους δικαστές και τον Γραμματέα. Υπάγονται στον Γραμματέα, υπό την εποπτεία του Προέδρου του Εφετείου και του Προέδρου του Πρωτοδικείου.

2.   Η Διοικητική Επιτροπή θεσπίζει τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού του Δικαστηρίου.

Άρθρο 17

Δικαστικές διακοπές

1.   Αφού διαβουλευθεί με το Προεδρείο, ο Πρόεδρος του Εφετείου ορίζει τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών και τους κανόνες σχετικά με την τήρηση των επίσημων αργιών.

2.   Κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών τα καθήκοντα του Προέδρου του Εφετείου και του Προέδρου του Πρωτοδικείου μπορούν να ασκούνται από οποιονδήποτε δικαστή τον οποίο καλεί προς τούτο ο αντίστοιχος πρόεδρος. Σε επείγουσες περιπτώσεις, ο Πρόεδρος του Εφετείου μπορεί να συγκαλέσει τους δικαστές.

3.   Ο Πρόεδρος του Εφετείου ή ο Πρόεδρος του Πρωτοδικείου μπορεί, υπό τις κατάλληλες συνθήκες, να χορηγεί άδεια απουσίας στους δικαστές του Εφετείου ή τους δικαστές του Πρωτοδικείου αντιστοίχως.

ΤΜΗΜΑ 2

Πρωτοδικείο

Άρθρο 18

Σύσταση και παύση λειτουργίας τοπικού ή περιφερειακού τμήματος

1.   Η αίτηση ενός ή περισσοτέρων Συμβαλλόμενων Κρατών Μελών για τη σύσταση τοπικού ή περιφερειακού τμήματος απευθύνεται στον Πρόεδρο της Διοικητικής Επιτροπής. Στην αίτηση προσδιορίζεται η έδρα του τοπικού ή περιφερειακού τμήματος.

2.   Η απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής για την ίδρυση τοπικού ή περιφερειακού τμήματος πρέπει να αναφέρει τον αριθμό των δικαστών του συγκεκριμένου τμήματος και ανακοινώνεται δημοσίως.

3.   Η Διοικητική Επιτροπή αποφασίζει την παύση λειτουργίας ενός τοπικού ή περιφερειακού τμήματος κατόπιν αιτήσεως του Συμβαλλόμενου Κράτους Μέλους στο οποίο βρίσκεται η έδρα του τοπικού τμήματος ή των Συμβαλλόμενων Κρατών Μελών που συμμετέχουν στο περιφερειακό τμήμα. Η απόφαση περί παύσεως λειτουργίας τοπικού ή περιφερειακού τμήματος ορίζει την ημερομηνία μετά την παρέλευση της οποίας δεν θα εισάγονται νέες υποθέσεις ενώπιον του τμήματος καθώς και την ημερομηνία κατά την οποία το τμήμα παύει να υπάρχει.

4.   Από την ημερομηνία κατά την οποία παύει να υπάρχει ένα τοπικό ή περιφερειακό τμήμα, οι δικαστές που έχουν διορισθεί σε αυτό το τοπικό ή περιφερειακό τμήμα τοποθετούνται στο κεντρικό τμήμα και οι υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον του τοπικού ή περιφερειακού τμήματος παραπέμπονται στο κεντρικό τμήμα στο οποίο μεταφέρεται και η υπογραμματεία και όλη η τεκμηρίωσή της.

Άρθρο 19

Συνθέσεις του δικαστηρίου

1.   Η τοποθέτηση των δικαστών και η ανάθεση υποθέσεων στις συνθέσεις ενός τμήματος διέπονται από τους Κανονισμούς Διαδικασίας. Σε κάθε σύνθεση ένας δικαστής ορίζεται ως προεδρεύων δικαστής, σύμφωνα με τους Κανονισμούς Διαδικασίας.

2.   Οι συνθέσεις δύνανται να αναθέτουν, σύμφωνα με τους Κανονισμούς Διαδικασίας, ορισμένα καθήκοντα σε ένα ή περισσότερα από τα μέλη τους.

3.   Μόνιμος δικαστής σε κάθε τμήμα για την εκδίκαση επειγουσών υποθέσεων μπορεί να ορίζεται σύμφωνα με τον κανόνα διαδικασίας.

4.   Σε περίπτωση που η υπόθεση εκδικάζεται από ένα μόνο δικαστή σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 7 της Συμφωνίας ή από μόνιμο δικαστή, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, αυτός ασκεί όλα τα καθήκοντα της σύνθεσης.

5.   Ένα μέλος της σύνθεσης του δικαστηρίου ενεργεί ως εισηγητής, σύμφωνα με τους Κανονισμούς Διαδικασίας.

Άρθρο 20

Ομάδα Δικαστών

1.   Ο Γραμματέας καταρτίζει κατάλογο με τα ονόματα των δικαστών που περιλαμβάνονται στην Ομάδα Δικαστών. Όσον αφορά κάθε δικαστή, ο κατάλογος αναφέρει τουλάχιστον τις γλωσσικές ικανότητες, τον τομέα τεχνολογίας και την πείρα του συγκεκριμένου δικαστή, καθώς και τις προηγούμενες υποθέσεις τις οποίες έχει διεκπεραιώσει.

2.   Η αίτηση προς τον Πρόεδρο του Πρωτοδικείου για το διορισμό δικαστή από την Ομάδα Δικαστών αναφέρει ιδίως το αντικείμενο της υπόθεσης, την επίσημη γλώσσα του Ευρωπαϊκού Γραφείου Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας που χρησιμοποιούν οι δικαστές της σύνθεσης, τη γλώσσα της διαδικασίας και τον απαιτούμενο τομέα τεχνολογίας.

ΤΜΗΜΑ 3

Εφετείο

Άρθρο 21

Συνθέσεις του δικαστηρίου

1.   Η τοποθέτηση των δικαστών και η ανάθεση υποθέσεων στις συνθέσεις διέπονται από τους Κανονισμούς Διαδικασίας. Σε κάθε σύνθεση ένας δικαστής ορίζεται ως προεδρεύων δικαστής, σύμφωνα με τους Κανονισμούς Διαδικασίας.

2.   Εάν μια υπόθεση είναι εξαιρετικής σημασίας και ειδικότερα εάν η απόφαση μπορεί να θίξει την ενότητα και συνοχή της νομολογίας του Δικαστηρίου, το Εφετείο δύναται, βάσει προτάσεως του προεδρεύοντος δικαστή της συνθέσεως, να παραπέμψει την υπόθεση στην ολομέλεια.

3.   Οι συνθέσεις δύνανται να αναθέτουν, σύμφωνα με τους Κανονισμούς Διαδικασίας, ορισμένα καθήκοντα σε ένα ή περισσότερα από τα μέλη τους.

4.   Ένα μέλος της σύνθεσης του δικαστηρίου ενεργεί ως εισηγητής, σύμφωνα με τους Κανονισμούς Διαδικασίας.

ΤΜΗΜΑ 4

Γραμματεία

Άρθρο 22

Διορισμός και παύση του Γραμματέα

1.   Το Προεδρείο διορίζει τον γραμματέα του Δικαστηρίου για θητεία έξι ετών. Ο Γραμματέας δύναται να διοριστεί εκ νέου.

2.   Δύο εβδομάδες πριν από την ημερομηνία που έχει καθορισθεί για το διορισμό του Γραμματέα, ο πρόεδρος του Εφετείου ενημερώνει το Προεδρείο για τις αιτήσεις που έχουν υποβληθεί όσον αφορά τη θέση.

3.   Πριν αναλάβει τα καθήκοντά του, ο Γραμματέας ορκίζεται ενώπιον του Προεδρείου ότι θα ασκήσει τα καθήκοντά του με αμεροληψία και ευσυνειδησία.

4.   Ο Γραμματέας μπορεί να απαλλάσσεται από τα καθήκοντά του, μόνον εφόσον δεν εκπληρώνει πλέον τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτά. Το Προεδρείο λαμβάνει την απόφαση του κατόπιν ακροάσεως του γραμματέα.

5.   Εάν η θέση του γραμματέα χηρεύσει πριν από την ημερομηνία λήξης της θητείας του, το Προεδρείο διορίζει νέο γραμματέα για εξαετή θητεία.

6.   Εάν ο Γραμματέας απουσιάζει ή κωλύεται ή εφόσον χηρεύει η θέση του, ο Πρόεδρος του Εφετείου, κατόπιν διαβουλεύσεως με το Προεδρείο, ορίζει μέλος του προσωπικού του Δικαστηρίου προκειμένου να ασκήσει καθήκοντα Γραμματέα.

Άρθρο 23

Καθήκοντα του Γραμματέα

1.   Ο Γραμματέας επικουρεί το Δικαστήριο, τον πρόεδρο του Εφετείου, τον πρόεδρο του Πρωτοδικείου και τους δικαστές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Είναι υπεύθυνος για την οργάνωση και τις δραστηριότητες της Γραμματείας υπό την εποπτεία του Προέδρου του Εφετείου.

2.   Ο Γραμματέας είναι ειδικότερα υπεύθυνος για τα εξής:

α)

τήρηση του πρωτοκόλλου της γραμματείας που περιέχει αρχεία όλων των υποθέσεων ενώπιον του Δικαστηρίου,

β)

τήρηση και διαχείριση καταλόγων που συντάχθηκαν σύμφωνα με τα άρθρα 18, 48(3) και 57 (2) της Συμφωνίας,

γ)

τήρηση και δημοσίευση καταλόγου κοινοποιήσεων και ανακλήσεων των εξαιρέσεων, σύμφωνα με το άρθρο 83 της Συμφωνίας,

δ)

δημοσίευση των αποφάσεων του Δικαστηρίου, με την επιφύλαξη της προστασίας εμπιστευτικών πληροφοριών,

ε)

δημοσίευση ετήσιων εκθέσεων με στατιστικά στοιχεία, και

στ)

εξασφάλιση ότι τα στοιχεία που αφορούν τις εξαιρέσεις σύμφωνα με το άρθρο 83 της Συμφωνίας κοινοποιούνται στο Ευρωπαϊκό Γραφείο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας.

Άρθρο 24

Τήρηση του Αρχείου

1.   Λεπτομερείς κανόνες τήρησης του Αρχείου του Δικαστηρίου καθορίζονται στις Οδηγίες προς τη Γραμματεία, οι οποίες εγκρίνονται από το Προεδρείο.

2.   Οι κανόνες πρόσβασης στα έγγραφα της Γραμματείας περιέχονται στους Κανονισμούς Διαδικασίας.

Άρθρο 25

Υπογραμματείες και Αναπληρωτής Γραμματέας

1.   Ο Αναπληρωτής Γραμματέας διορίζεται για θητεία έξι ετών από το Προεδρείο. Δύναται να διοριστεί εκ νέου.

2.   Το άρθρο 22 παράγραφοι 2 έως 6 εφαρμόζεται κατ’ αναλογία.

3.   Ο αναπληρωτής γραμματέας είναι υπεύθυνος για την οργάνωση και τις δραστηριότητες των υπογραμματειών υπό την εποπτεία του γραμματέα και του προέδρου του Πρωτοδικείου. Τα καθήκοντα του αναπληρωτή γραμματέα περιλαμβάνουν ειδικότερα τα εξής:

α)

τήρηση αρχείων όλων των υποθέσεων ενώπιον του Πρωτοδικείου,

β)

κοινοποίηση στη Γραμματεία κάθε υπόθεσης ενώπιον του Πρωτοδικείου.

4.   Ο αναπληρωτής γραμματέας παρέχει επίσης διοικητική και γραμματειακή βοήθεια στα τμήματα του Πρωτοδικείου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 26

Προϋπολογισμός

1.   Ο προϋπολογισμός εγκρίνεται από την Επιτροπή Προϋπολογισμού κατόπιν προτάσεως του Προεδρείου. Καταρτίζεται σύμφωνα με τις γενικώς αποδεκτές λογιστικές αρχές που προβλέπονται τους δημοσιονομικούς κανονισμούς, οι οποίοι θεσπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 33 του παρόντος Οργανισμού.

2.   Στο πλαίσιο του προϋπολογισμού, το Προεδρείο δύναται, σύμφωνα με τους δημοσιονομικούς κανονισμούς, να μεταφέρει πόρους μεταξύ των διαφόρων τομέων και υποτομέων.

3.   Ο Γραμματέας είναι υπεύθυνος για την εκτέλεση του προϋπολογισμού σύμφωνα με τους δημοσιονομικούς κανονισμούς.

4.   Ο Γραμματέας παρουσιάζει κατ’ έτος απολογισμό για την εκτέλεση του προϋπολογισμού του προηγούμενου οικονομικού έτους, ο οποίος εγκρίνεται από το Προεδρείο.

Άρθρο 27

Έγκριση δαπανών

1.   Οι δαπάνες οι οποίες εγγράφονται στον προϋπολογισμό εγκρίνονται για τη διάρκεια μίας λογιστικής περιόδου, εκτός εάν προβλέπεται άλλως από τους δημοσιονομικούς κανονισμούς.

2.   Σύμφωνα με τους δημοσιονομικούς κανονισμούς, όλες οι πιστώσεις, πλην όσων αφορούν δαπάνες προσωπικού, οι οποίες παραμένουν αχρησιμοποίητες στο τέλος της λογιστικής περιόδου είναι δυνατόν να μεταφερθούν αλλά όχι πέραν της επόμενης λογιστικής περιόδου.

3.   Οι πιστώσεις εξειδικεύονται κατά τομείς ανάλογα με το είδος και τον προορισμό της δαπάνης και υποδιαιρούνται, καθόσον είναι απαραίτητο, σύμφωνα με τους δημοσιονομικούς κανονισμούς.

Άρθρο 28

Πιστώσεις για έκτακτες δαπάνες

1.   Ο προϋπολογισμός του Δικαστηρίου δύναται να περιέχει πιστώσεις για έκτακτες δαπάνες.

2.   Για τη χρησιμοποίηση αυτών των πιστώσεων από το Δικαστήριο απαιτείται προηγούμενη έγκριση της επιτροπής προϋπολογισμού.

Άρθρο 29

Λογιστική περίοδος

Η λογιστική περίοδος αρχίζει την 1η Ιανουαρίου και λήγει στις 31 Δεκεμβρίου.

Άρθρο 30

Προετοιμασία του προϋπολογισμού

Το Προεδρείο υποβάλλει το σχέδιο προϋπολογισμού του Δικαστηρίου στην Επιτροπή Προϋπολογισμού το αργότερο κατά την ημερομηνία που προβλέπεται από τους δημοσιονομικούς κανονισμούς.

Άρθρο 31

Προσωρινός προϋπολογισμός

1.   Εάν, κατά την έναρξη της λογιστικής περιόδου, ο προϋπολογισμός δεν έχει εγκριθεί από την Επιτροπή Προϋπολογισμού, εγκρίνονται δαπάνες σε μηνιαία βάση ανά τομέα ή άλλη διάκριση του προϋπολογισμού, σύμφωνα με τους δημοσιονομικούς κανονισμούς, ανερχόμενες στο ένα δωδέκατο των πιστώσεων του προϋπολογισμού για την προηγούμενη λογιστική περίοδο, υπό τον όρο ότι οι πιστώσεις που τίθενται κατ’ αυτόν τον τρόπο στη διάθεση του Προεδρείου δεν υπερβαίνουν το ένα δωδέκατο των προβλεπομένων στο σχέδιο προϋπολογισμού.

2.   Η Επιτροπή Προϋπολογισμού δύναται να εγκρίνει δαπάνες πέραν του ενός δωδεκάτου των πιστώσεων του προϋπολογισμού για την προηγούμενη λογιστική περίοδο, υπό τον όρο ότι τηρούνται οι λοιπές διατάξεις της παραγράφου 1.

Άρθρο 32

Έλεγχος των λογαριασμών

1.   Οι ετήσιες δημοσιονομικές καταστάσεις του Δικαστηρίου εξετάζονται από ανεξάρτητους ελεγκτές. Οι ελεγκτές διορίζονται και, αν είναι απαραίτητο, παύονται από την Επιτροπή Προϋπολογισμού.

2.   Ο έλεγχος, ο οποίος βασίζεται σε επαγγελματικά ελεγκτικά πρότυπα και διενεργείται εν ανάγκη επιτόπου, έχει ως σκοπό να διαπιστωθεί ότι ο προϋπολογισμός εκτελείται νόμιμα και κανονικά καθώς και ότι η δημοσιονομική διαχείριση του Δικαστηρίου έγινε σύμφωνα με τις αρχές της οικονομίας και της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης. Οι ελεγκτές συντάσσουν έκθεση μετά το τέλος κάθε λογιστικής περιόδου, η οποία περιέχει υπογεγραμμένη ελεγκτική γνώμη.

3.   Το Προεδρείο υποβάλλει στην Επιτροπή Προϋπολογισμού τις ετήσιες δημοσιονομικές καταστάσεις του Δικαστηρίου και την ετήσια κατάσταση εκτέλεσης του προϋπολογισμού για την προηγούμενη λογιστική περίοδο μαζί με την έκθεση των ελεγκτών.

4.   Η Επιτροπή Προϋπολογισμού εγκρίνει τους ετήσιους λογαριασμούς μαζί με την έκθεση των ελεγκτών και απαλλάσσει το Προεδρείο όσον αφορά την εκτέλεση του προϋπολογισμού.

Άρθρο 33

Οικονομικοί Κανονισμοί

1.   Οι οικονομικοί κανονισμοί εγκρίνονται από τη Διοικητική Επιτροπή. Τροποποιούνται από τη Διοικητική Επιτροπή ύστερα από πρόταση του Δικαστηρίου.

2.   Οι οικονομικοί κανονισμοί προβλέπουν ιδίως:

α)

ρυθμίσεις για την κατάρτιση και εκτέλεση του προϋπολογισμού και για την απόδοση και τον έλεγχο των λογαριασμών,

β)

τη μέθοδο και τη διαδικασία με την οποία πρέπει να διατίθενται στο Δικαστήριο οι πληρωμές και εισφορές, συμπεριλαμβανομένων των αρχικών χρηματοδοτικών εισφορών που προβλέπονται στο άρθρο 37 της Συμφωνίας,

γ)

τους κανόνες που διέπουν τις ευθύνες των διατακτών και των υπολόγων και τις ρυθμίσεις της επιτήρησής τους, και

δ)

τις γενικώς αποδεκτές λογιστικές αρχές στις οποίες πρέπει να βασίζονται ο προϋπολογισμός και οι ετήσιες δημοσιονομικές καταστάσεις.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 34

Απόρρητο των διασκέψεων

Οι διασκέψεις του Δικαστηρίου είναι και παραμένουν απόρρητες.

Άρθρο 35

Αποφάσεις

1.   Εάν μια σύνθεση δικαστηρίου αποτελείται από ζυγό αριθμό δικαστών, οι αποφάσεις του Δικαστηρίου λαμβάνονται με πλειοψηφία των δικαστών. Σε περίπτωση ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος του προεδρεύοντος δικαστή.

2.   Σε περίπτωση κωλύματος ενός από τα μέλη μιας σύνθεσης, δύναται να κληθεί δικαστής άλλης σύνθεσης κατά τα οριζόμενα στους Κανονισμούς Διαδικασίας.

3.   Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο παρών Οργανισμός προβλέπει ότι το Εφετείο λαμβάνει απόφαση συνεδριάζοντας σε ολομέλεια, η εν λόγω απόφαση είναι έγκυρη μόνον εφόσον ληφθεί από τα τρία τέταρτα τουλάχιστον των δικαστών που συγκροτούν την ολομέλεια.

4.   Στις αποφάσεις του Δικαστηρίου μνημονεύονται τα ονόματα των δικαστών που εκδίκασαν την υπόθεση.

5.   Οι αποφάσεις υπογράφονται από τους δικαστές που εκδίκασαν την υπόθεση, από τον γραμματέα όσον αφορά αποφάσεις του Εφετείου και από τον αναπληρωτή γραμματέα όσον αφορά αποφάσεις του Πρωτοδικείου. Απαγγέλλονται σε δημόσια συνεδρίαση.

Άρθρο 36

Μειοψηφούσες γνώμες

Η μειοψηφούσα γνώμη που διατυπώνεται ξεχωριστά από ένα της σύνθεσης σύμφωνα με το άρθρο 78 της Συμφωνίας πρέπει να είναι αιτιολογημένη, να υποβάλλεται εγγράφως και να υπογράφεται από τον δικαστή που τη διατύπωσε.

Άρθρο 37

Απόφαση ερήμην

1.   Κατόπιν αιτήσεως ενός εκ των διαδίκων, μπορεί να εκδοθεί απόφαση ερήμην σύμφωνα με τους Κανονισμούς Διαδικασίας, όταν ο αντίδικος, αφού έλαβε το εισαγωγικό της δίκης ή ισοδύναμο έγγραφο, δεν καταθέτει έγγραφες προτάσεις προς υπεράσπιση ή δεν εμφανίζεται στην προφορική διαδικασία. Κατά της απόφασης αυτής μπορεί να ασκηθεί ανακοπή εντός μηνός από την κοινοποίησή της στον διάδικο κατά του οποίου εκδόθηκε η απόφαση ερήμην.

2.   Η ανακοπή δεν αναστέλλει την εκτέλεση της ερήμην εκδοθείσας αποφάσεως, εκτός εάν το Δικαστήριο αποφασίσει άλλως.

Άρθρο 38

Ερωτήματα που παραπέμπονται στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

1.   Εφαρμόζονται οι διαδικασίες που έχει θεσπίσει το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις παραπομπές προς έκδοση προδικαστικής απόφασης στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2.   Όταν το Πρωτοδικείο ή το Εφετείο έχει αποφασίσει να παραπέμψει στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης θέμα ερμηνείας της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση ή της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή θέμα κύρους ή ερμηνείας πράξεων των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αναστέλλει τη διαδικασία ενώπιόν του.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ

ΚΑΤΑΝΟΜΉ ΥΠΟΘΈΣΕΩΝ ΕΝΤΌΣ ΤΟΥ ΚΕΝΤΡΙΚΟΎ ΤΜΉΜΑΤΟΣ  (1)

Τμήμα ΛΟΝΔΙΝΟΥ

Έδρα (ΠΑΡΙΣΙ)

Τμήμα ΜΟΝΑΧΟΥ

 

Γραφείο του Προέδρου

 

(Α)

Ανθρώπινες ανάγκες

(Β)

Εκτέλεση πράξεων, μεταφορές

(ΣΤ)

Μηχανικές κατασκευές, φωτισμός, θέρμανση, όπλα, εκρηκτικές ύλες

(Γ)

Χημεία, μεταλλουργία

(Δ)

Κλωστοϋφαντουργία, χαρτί

 

(Ε)

Σταθερές κατασκευές

(Ζ)

Φυσική

(Η)

Ηλεκτρισμός


(1)  Η ταξινόμηση σε 8 μέρη (Α έως Η) βασίζεται στο Διεθνές Σύστημα Ταξινόμησης των Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας της Παγκόσμιας Οργάνωσης Πνευματικής Ιδιοκτησίας (https://www.wipo.int/classifications/ipc/en).